ΦΕΝΣ - Άνδρες στο πάρκο
Το Φενς της Βοστόνης είναι ο κύριος προορισμός των ανδρών που αναζητούν ανώνυμο σεξ με άλλους άνδρες. Μαζί τους, στο πάρκο συχνάζουν αστυνομικοί, εγκληματίες, δημοσιογράφοι, ακτιβιστές του AIDS και ειδικοί για το περιβάλλον, ο καθένας με τις δικές του απόψεις για τα τεκταινόμενα στο χώρο. Γιατί, όπως λέει ο Έρικ, που πρωτοέκανε σεξ στο Φενς πριν 30 χρόνια, το ίδιο το ψωνιστήρι μπορεί να μην είναι πολιτική πράξη, αλλά ο τρόπος που μιλάς γι'αυτό είναι και παραείναι.
Επιστρέφοντας από το σπίτι της κοπελιάς του ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Ερικ, 18 ετών, φοιτητής Ισπανικής Λογοτεχνίας και Κλασσικής Φιλολογίας σ’ένα Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, πέρασε έξω απ’ το Φενς και, όπως πολλές φορές πριν, είδε τους άνδρες που βάδιζαν αργά στο πεζοδρόμιο και μέσα στο πάρκο. Αυτή τη φορά, αντί να πάει ίσα στο σπίτι του, ο Ερικ έστριψε δεξιά και μπήκε στο πάρκο.
Ακολούθησε ένα δρομάκι ανάμεσα σε δυο παράλληλες σειρές κήπων, πέρασε ένα ξέφωτο, πέρασε μερικούς ακόμη κήπους, και βρέθηκε σ’ένα άλλο ξέφωτο δίπλα σε κάτι καλαμιές. Στάθηκε εκεί, φοβισμένος από το σκοτάδι και τον αέρα που έκανε τις ιτιές να θροϊζουν, και παρακολουθούσε τις μορφές των ανδρών που περπατούσαν. Περίμενε κάποιος να έρθει να του μιλήσει. Πράγματι, μετά από λίγο κάποιος τον πλησίασε, και μαζί εξαφανίστηκαν σε μια απομονωμένη γωνιά του πάρκου.
Εκείνη τη νύχτα ο Ερικ έχασε την παρθενιά του στο Φενς, και γύρισε σπίτι ξαναμμένος από ενθουσιασμό, αλλά επίσης φοβισμένος και μπερδεμένος. Είχε σχέση με κοπέλα, αλλά ήξερε ότι του άρεσαν οι άνδρες κι ότι αυτό ήταν αντίθετο με τις αυστηρές αρχές του καθολικισμού με τις οποίες είχε μεγαλώσει. Ευχήθηκε να του περάσει η έλξη προς το ανδρικό φύλο κι αποφάσισε να κάνει μια σοβαρή προσπάθεια με την κοπελιά του.
Παντρεύτηκαν εντός του χρόνου, σύντομα έκαναν δυο παιδιά, κι ο Ερικ γράφτηκε σ’ένα μεταπτυχιακό Αγγλικής Λογοτεχνίας μεγάλου πανεπιστημίου της Βοστόνης. Στο δεύτερο έτος, στην ηλικία των 22, γνώρισε κάποιον, άρχισαν να βγαίνουν, και η παλιά επιθυμία επέστρεψε. Πήγε στο Φενς μια νύχτα, και την επόμενη, και την επόμενη, και σύντομα βρέθηκε να προστρέχει στο πάρκο καθημερινά.
«Εγινε ψυχαναγκασμός, ένας τρόπος να χαλαρώνω από το στρες», λέει ο Ερικ πρόσφατα ένα απόγευμα στο Φενς, κοντά στο μέρος που πρωτοέκανε έρωτα πριν από 30 χρόνια. Φέτος πλησιάζει τα 50 και δουλεύει ως υπεύθυνος της βιβλιοθήκης ενός από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της πόλης. «Κατά κάποιο περίεργο τρόπο», λέει, «το να κάνεις κάτι κατ’εξακολούθηση στο πλαίσιο μιας ομάδας έχει μια θεραπευτική διάσταση».
Η εξωσυζυγική του σχέση έληξε σύντομα αλλά πριν περάσει καιρός ο Ερικ ερωτεύτηκε έναν άλλο άνδρα. Αποκάλυψε τα πάντα στη γυναίκα του, πήρε διαζύγιο, και σταμάτησε να πηγαίνει στο Φενς. Όταν και η νέα σχέση τερματίστηκε, άρχισε και πάλι τις επισκέψεις στο πάρκο. Αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά.
«Δεν ήταν ψυχαναγκασμός πια», λέει. «Ηταν ένας τρόπος απελευθέρωσης σεξουαλικής ενέργειας. Μερικές φορές είναι γρηγορότερο κι ευκολότερο να πας στο Φενς παρά να ψάξεις για κάποιον στο μπαρ».
Από τότε που οι καλαμιές φύτρωσαν στις όχθες του Muddy River στη δεκαετία του ’50, δημιουργώντας ένα φυσικό κρυψώνα, το Φενς έχει γίνει ένα απ’τα πιο δημοφιλή μέρη για ψωνιστήρι στις Ηνωμένες Πολιτείες, και πιθανότατα στον κόσμο. Σε μια έρευνα στο διαδίκτυο το 1999 ανάμεσα στους επισκέπτες του CruisingForSex.com, ένα σάιτ που δημοσιεύει λίστες με περιοχές όπου γίνεται ψωνιστήρι απ’όλο τον κόσμο, το Φενς ψηφίστηκε έκτο στην κατηγορία Καλύτερο Πάρκο, δεύτερο στη Βορειοανατολική Αμερική μετά το Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης.
Πολλές φορές στους χιονισμένους χειμώνες της Βοστόνης, το ξέφωτο ανάμεσα στους κήπους και τις καλαμιές στο Φενς φέρει ίχνη από πατημασιές βαθιά μες στο χιόνι. Συχνά οι πατημασιές σχηματίζουν δρομάκια που ενώνουν τις διάφορες γωνίες του πάρκου. Αλλά η περίοδος της αιχμής στο πάρκο είναι από τα μέσα της άνοιξης ως τα μέσα του φθινοπώρου, όλες τις ώρες της ημέρας, αλλά κυρίως τη νύχτα, από το σούρουπο ως το χάραμα της επομένης. Μες στο σκοτάδι, που σπάει μόνο από τα φώτα της οδού Μπόιλστον που περνά έξω από το πάρκο, ή μερικές φορές από τους δυνατούς προβολείς του Φένγουεϊ Παρκ, του διάσημου σταδίου μπέιζμπολ που βρίσκεται πιο πέρα, μορφές ανδρών διακρίνονται κατά δεκάδες να περπατούν στο πάρκο ή να κάνουν σεξ.
Η διαφορά του Φενς με τα πάρκιν της εθνικής οδού και τους άλλους δημόσιους χώρους όπου συχνάζουν ζευγαράκια βρίσκεται στην ανωνυμία. Ψωνιστήρι σημαίνει σεξ στα γρήγορα, χωρίς δεσμεύσεις, με αγνώστους οι οποίοι θα παραμείνουν ως επί το πλείστον άγνωστοι. Περιθωριακή δραστηριότητα, θα μπορούσες να την πεις, πέραν των ορίων του αποδεκτού, που μεταμορφώνει το Φενς (χαρακτηρισμένο επισήμως ως Ορόσημο της Βοστόνης και Εθνικό Μνημείο εξαιτίας του αρχιτέκτονα που το σχεδίασε, του Φρέντρικ Λοου Ολμστεντ, ο οποίος πριν το Φενς είχε σχεδιάσει το Σέντραλ Παρκ) σε περιθωριακό μέρος. Κι όμως, η απόρριψή του ως περιθωριακό θα ήταν λάθος. Η ιστορία του Φενς είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης, των ανθρώπων της, των ιδεών της, και των θεσμών της. Μια ιστορία που σπανίως λέγεται, αλλά η οποία έχει πολλά να μας πει.
Αυτές τις μέρες ο Ερικ επισκέπτεται το Φενς σπάνια. Λέει ότι έχει γίνει πια πολυάσχολος και μάλλον πολύ μεγάλος για ψωνιστήρι. Οταν όμως θυμάται τις εμπειρίες του εκεί, η φωνή του παίρνει έναν ρυθμό σχεδόν απαγγελίας.
«Θυμάμαι ότι ήμουν εμβρόνητος από την εικόνα των ανδρών που έκαναν κύκλους, πέρα δώθε, πέρα δώθε, πέρα δώθε, και κοιτάζονταν», λέει, «και μου θύμιζε Δάντη. Σ’ένα κάντο στην Κόλαση ο Δάντης περιγράφει τους Σοδομιστές που γύριζαν αιωνίως σε κύκλους, λοξοκοιτάζοντας ο ένας τον άλλο με την άκρη του ματιού».
Ρωτώ τον Ερικ αν το ψωνιστήρι ήταν γι’αυτόν και μια μορφή πολιτικής πράξης, αν ήταν ένας συμβολικός τρόπος να διεκδικήσει τη σεξουαλική του ταυτότητα, όπως πολλοί ομοφυλόφιλοι ισχυρίζονται. «Το ψωνιστήρι είναι αποκομμένο απ’τη ζωή σου», λέει. «Δε νομίζω κανείς να το κάνει ως πολιτική πράξη. Αλλά νομίζω ότι το πώς το υπερασπίζεσαι ή το κατακρίνεις, αυτό είναι πολιτική πράξη».
Πολύ πριν ο γκέι γάμος μονοπωλήσει την ατζέντα των οργανώσεων δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων στην Αμερική, όταν το γκέι κίνημα ήταν ακόμη πιστό στις ρίζες του ως κίνημα της αντι-κουλτούρας προερχόμενο από τη δεκαετία του ’60, για πολλούς το ψωνιστήρι ήταν η αιχμή του δόρατος της γκέι απελευθέρωσης.
Τα πράγματα άλλαξαν στον πραγματισμό των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Το AIDS έκανε την εμφάνισή του και όλο και περισσότεροι γκέι δεν ήθελαν πια να πολεμήσουν την κυρίαρχη κουλτούρα, αλλά να γίνουν μέρος της. Η γκέι κοινότητα χωρίστηκε σε συντηρητικούς και ριζοσπαστικούς. Οι απόψεις κάποιου για το ψωνιστήρι τον ενέτασσαν στη μια ή στην άλλη ομάδα.
«Έχει να κάνει με τη διεκδίκηση σεβασμού», λέει ο Μάικλ Μπρόνσκι, συγγραφέας, γκέι ακτιβιστής, και διδάσκων του μαθήματος Σύγχρονα Ζητήματα στις Γκέι και Λεσβιακές Σπουδές στο Κολλέγιο Ντάρτμουθ της Βοστόνης. «Υπάρχουν δυο διαφορετικά πρότυπα συμπεριφοράς για τους ομοφυλόφιλους. Το ένα άκρο θεωρεί ότι πρέπει να συμπεριφέρεσαι με τρόπο ώστε να μην προκαλείς την προσοχή σε μια συγκεκρικένη γκέι συμπεριφορά. Το άλλο άκρο θεωρεί ότι πρέπει να γίνεσαι δεκτός γι’αυτό που είσαι και γι’αυτό που κάνεις, και δεν χρειάζεται να επιζητάς το σεβασμό».
Οταν οι συντηρητικοί απέρριψαν το ψωνιστήρι ως επικίνδυνο και άσχετο με την υπόθεση γκέι, οι ριζοσπαστικοί, που μερικές φορές προτιμούν τον όρο «ομοφυλόφιλοι» έναντι του «γκέι», αισθάνθηκαν ότι το γκέι κίνημα κατέληξε να έχει τόση σχέση με την ομοφυλοφιλία όση ο Στάλιν με τις ιδέες της Ρωσσικής Επανάστασης. Γι’αυτούς, το γκέι κίνημα πρόδωσε τον αγώνα για τη σεξουαλική ελευθερία, που, μεταξύ άλλων, εκφραζόταν στο ψωνιστήρι.
«Το Φενς είναι σπουδαίο παράδειγμα», λέει ο Μπρόνσκι. «Ενθαρρύνει μια ανοιχτή σεξουαλικότητα, στον αντίποδα της ιδιωτικής σεξουαλικότητας που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός ζευγαριού ή μιας οικογένειας με παιδιά στο σπίτι».
Στη Βοστόνη, η διαμάχη έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1988, στις σελίδες των Bay Windows, της πρώτης σε κυκλοφορία εφημερίδας της Νέας Αγγλίας. Σε ένα ανυπόγραφο κύριο άρθρο του στις 30 Ιουνίου 1988, το οποίο ακόμη πληρώνει με το χαρακτηρισμό «συντηρητικός», ακόμη κι αν αργότερα άλλαξε απόψεις, ο νέος αρχισυντάκτης της εφημερίδας Τζέφρι Επερλι επιτέθηκε στο ψωνιστήρι με αφορμή ένα κύμα βίας στο Φενς, ιδιαίτερα αισθητό εκείνο το καλοκαίρι.
«Οι καλαμιές πρέπει να κοπούν», έγραψε, «ή πρέπει να απαγορευτεί η είσοδος στο πάρκο μετά το σούρουπο, ή η αστυνομία να περιπολεί συχνότερα και αυστηρότερα την περιοχή, ή ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να προστατεύσει και να σώσει τις ζωές ανθρώπων των οποίων η έλλειψη κρίσης τούς αφήνει να βάζουν τη φωτιά που καίει στον καβάλο τους πάνω απ’την προσωπική τους ασφάλεια».
Στις επόμενες εβδομάδες, η εφημερίδα δημοσίευσε μια σειρά επιστολών από αναγνώστες που απαντούσαν στο άρθρο του Επερλι, οι περισσότερες από τις οποίες επικριτικές. Δυο επιστολές συνοψίζουν με επιτυχία τα επιχειρήματα προς υπεράσπιση του ψωνιστηριού.
Οι συντάκτες τους ισχυρίστηκαν ότι οι γκέι δεν πρέπει να εκχωρήσουν χώρο σ’όσους τους κράζουν και τους επιτίθενται. Οτι αυτοί που κάνουν ψωνιστήρι είναι μια ετερόκλητη ομάδα πολύ διαφορετικών ανθρώπων και δεν αποτελείται αποκλειστικά, ή κυρίως, από κρυφούς ομοφυλόφιλους των προαστίων, όπως είχε ισχυριστεί ο Επερλι. Και ότι «αυτοί που συχνάζουν στο Φενς βρίσκονται στις πρώτες γραμμές της γκέι απελευθέρωσης, καθώς αντιστέκονται και αρνούνται να μιμηθούν ετεροφυλόφιλους κανόνες και προσδοκίες συμπεριφοράς».
Οι δύο επιστολές είχαν γραφεί από τον Φρενς Γουόλ, εκδότη του Guide, μιας γκέι έκδοσης με ριζοσπαστικές απόψεις που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά, και από τον Κρις Πομιέκο, που αργότερα δημοσίευσε στο Guide μια έρευνα για το Φενς.
«Το Φενς αποτελεί μια μεταφορά του πώς η όλη ιδέα της σεξουαλικής ατασθαλίας έχει εξαφανιστεί τελείως από το δημόσιο λόγο», λέει σήμερα ο Πομιέκο. «Κανείς πια δεν υπερασπίζεται αυτού του είδους τη σεξουαλικότητα. Αυτό που μας δίνουν είναι οι αποσεξουαλικοποιημένες εικόνες του Will and Grace και του Queer Eye for the Straight Guy».
O Γουόλ, που εξακολουθεί και σήμερα να είναι εκδότης του Guide, κατηγορεί το γκέι κίνημα ότι υιοθέτησε «μια στρατηγική κόκα-κόλα», όπως την ονομάζει. «Οι ηγέτες του κινήματος δικαιωμάτων για τους γκέι θέλουν να φτιάξουν μια συμπαθή, υγιή, και θελκτική εικόνα της ομοφυλοφιλίας», λέει, «και νομίζουν ότι πρέπει να αποφεύγουν ό,τι μπορεί να ενοχλήσει και να μιάνει το εταιρικό όνομα. Μερικές φορές νιώθω ότι έχω πολύ περισσότερα κοινά με τους ετεροφυλόφιλους ακτιβιστές, που έχουν μια ξεκάθαρη ιδέα για τις αστικές και σεξουαλικές ελευθερίες».
Ο τωρινός αρχισυντάκτης των Bay Windows, Αντριου Ραπ, που διαδέχτηκε τον Επερλι το 2002, επιβεβαιώνει ότι αυτοί που κάνουν ψωνιστήρι δεν ανήκουν στο τάργκετ γκρουπ του περιοδικού, το οποίο καλύπτει την Γκέι, Λεσβιακή, Αμφιφυλόφιλη και Τρανσεξουαλική Κοινότητα (GLBT).
Λέει ότι τον ενδιαφέρει λιγότερο το Φενς και περισσότερο η έλλειψη εμπορικών υπηρεσιών σεξ στη Βοστόνη (το Σαφάρι, το μοναδικό σεξ κλαμπ της πόλης, έκλεισε το 1999 για υγιειονομικές παραβάσεις). «Είναι εγγενώς ασφαλέστερες και σε γενικές γραμμές εγκαθιδρύουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ της γκέι κοινότητας και του ευρύτερου κοινού», λέει.
Για τον Γουόλ, όλα αυτά είναι ακόμη μια στρατηγική μάρκετινγκ. «Αφ’ης στιγμής δημιουργήσεις γκέι θεσμούς η επιβίωση των οποίων εξαρτάται από τα χρήματα», λέει, «τότε βλέπεις ότι τα πράγματα που είναι δωρεάν, όπως το Φενς, δεν έχουν την υποστήριξη μιας εφημερίδας. Προωθείς την ιδέα ότι το σεξ πρέπει να γίνεται σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον το οποίο μπορεί να διαφημιστεί στην αγορά».
Μια Παρασκευή βράδυ στα μέσα του καλοκαιριού, λίγο μετά τις 2, ώρα που κλείνουν τα παρακείμενα μπαρ, το Φενς έχει κίνηση. Ανδρες περπατούν παντού, εξαφανίζονται στις καλαμιές ή στρέφονται προς τους κήπους. Εχει ζέστη κι υγρασία, και ο κώδικας ενδυμασίας φαίνεται ότι απαιτεί βερμούδες με σαγιονάρες και κοντομάνικα πουκάμισα ή αμάνικα φανελάκια.
Στο σημείο όπου το κεντρικό δρομάκι ανάμεσα στις καλαμιές και τους κήπους ανοίγει σ’ένα ξέφωτο, βρίσκονται τρία δέντρα, πολύ κοντά μεταξύ τους. Στον ελάχιστο χώρο ανάμεσά τους, στριμώχνονται να χωρέσουν καμιά δεκαριά άνδρες, με πουκάμισα ξεκούμπωτα, μπλούζες ανασηκωμένες, παντελόνια και εσώρουχα πεσμένα στα γόνατα. Πνιγμένα μουγκρητά και βαριές ανάσες μπλέκονται με τους ήχους των σωμάτων καθώς αγγίζονται. Ο ιδρώτας στα πρόσωπα και τα σώματα μαρτυρά ότι το όργιο έχει αρχίσει εδώ και κάμποση ώρα.
Στέκομαι κοντά και παρακολουθώ, παρέα με άλλους. Ενας άνδρας στα 45, με δερμάτινο παντελόνι, πυκνό μουστάκι που ενώνεται με φαβορίτες, στρογγυλή κοιλιά που προεξέχει γυμνή και τεράστια μπράτσα με δέρμα πορώδες σα σφουγγάρι, κάνει ένα βήμα εμπρός και συμμετέχει στο όργιο. Φιάλες πόπερς περνούν από χέρι σε χέρι. Σακουλάκια προφυλακτικών ανοίγονται. Μυρίζει νιτρικό αμίλιο και πρωκτικά υγρά. Μια κραυγή ακούγεται κι ένας άνδρας γύρω στα 25 σηκώνεται, σκουπίζει το χέρι του σ’ένα φύλλο, ανασηκώνει το παντελόνι του, και απομακρύνεται προς το ξέφωτο.
Λίγες ώρες αργότερα, στις πρώτες αχτίδες του Σαββατιάτικου ήλιου, το μέρος μοιάζει διαφορετικό. Πράσινο παντού, στις καλαμιές, τα δέντρα, το γρασίδι. Το φως αποκαλύπτει κομάτια του ποταμού και των γύρω κτιρίων και τα χαρακτηριστικά των λίγων ανδρών που βρίσκονται στο χώρο –τα χρωματιστά τους ρούχα, τα ηλιοκαμμένα τους δέρματα, τα σκαμμένα τους πρόσωπα. Στα δρομάκια μέσα στις καλαμιές κείτονται ίχνη από την προηγούμενη νύχτα και από περασμένες νύχτες και ημέρες: χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, δοχεία λιπαντικού, και μπουκάλια αλκοόλ.
Νωρίς ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, τέσσερις πέντε άνδρες φεύγουν τρέχοντας από το Φενς. Φωνάζω έναν απ’αυτούς, έναν άνδρα γύρω στα 28, τον οποίο έχω ξανασυναντήσει στο πάρκο. «Αστυνομία», λέει ο Τζέισον. «Μην μπεις μέσα». Οι μεγάλοι προβολείς ενός περιπολικού κινούνται αργά μέσα στο πάρκο. «Με σταμάτησαν πέρσι», λέει ο Τζέισον, «και με ρώτησαν τι κάνω εδώ. Τους είπα ‘περπατάω’ και μου είπαν να βγω έξω. Σταματάνε τον κόσμο όλη την ώρα».
Οπως ο Τζέισον, πολλοί που συχνάζουν στο Φενς τρέμουν την αστυνομία, από φόβο μήπως συλληφθούν για ψωνιστήρι ή διότι βρίσκονται στο πάρκο μετά τις 11, ώρα που υποτίθεται ότι τα πάρκα της Βοστόνης κλείνουν για το κοινό. Αλλά ο αξιωματικός της αστυνομίας Χαβιέρ Παγκάν, ο σύνδεσμος της αστυνομίας Βοστόνης με τη γκέι κοινότητα, λέει ότι η αστυνομία πάει στο Φενς μόνο όταν υπάρχει αναφορά για φανερή σεξουαλική δραστηριότητα ή για βίαιες επιθέσεις εναντίον όσων κάνουν ψωνιστήρι.
Σκοτεινό και απομονωμένο, το Φενς προσφέρεται όχι μόνο για ψωνιστήρι, αλλά και για εκδηλώσεις βίας. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και στην αρχή της δεκαετίας του ‘90, τουλάχιστον ένας άνθρωπος αναφέρθηκε νεκρός στο Φενς και περίπου τριάντα τραυματίστηκαν, όλοι τους χτυπημένοι στο κεφάλι με αιχμηρό αντικείμενο. Εκείνα τα χρόνια, ο δήμος εγκατέστησε στο πάρκο τηλέφωνο με κερματοδέκτη και φώτα στους εξωτερικούς διαδρόμους, έκοψε τις καλαμιές (προσωρινή λύση, διότι οι καλαμιές ξαναφυτρώνουν γρήγορα, αν δεν ξεριζωθούν, έργο πολυδάπανο και πολύχρονο), μοίρασε σφυρίχτρες και φυλλάδια στον κόσμο που συχνάζει στο πάρκο, και εγκατέστησε περιπολίες πολιτών και αστυνομικών με πολιτικά. Αλλά η βία δεν σταμάτησε.
Η αστυνομία δεν κρατά στατιστικά στοιχεία ειδικά για το Φενς, αλλά τα στατιστικά για την περιοχή δυο τρία τετράγωνα γύρω από το πάρκο δείχνουν ότι στις τελευταίες τρεις δεκαετίες η εγκληματικότητα έχει μειωθεί περισσότερο από δύο τρίτα. Παρόλα αυτά, οι βιαιοπραγίες, που είναι περισσότερο πιθανό να συμβούν σ’ένα πάρκο, είναι τώρα σε υψηλότερα επίπεδα απ’ό,τι τριάντα χρόνια πριν.
Και τα στατιστικά δεν λένε όλη την αλήθεια. Ο αξιωματικός Παγκάν λέει ότι ένας αριθμός βίαιων επεισοδίων στο Φενς πιθανότατα δεν αναφέρεται στην αστυνομία. «Οι άνθρωποι δεν θέλουν ν’αναφέρουν ένα περιστατικό διότι δεν θέλουν να μαθευτεί η δραστηριότητά τους», λέει. «Αν είσαι γκέι ή αν το έχεις κρυφό, είναι δύσκολο».
Ο Παγκάν γνωρίζει από πρώτο χέρι τις δυσκολίες: κράτησε την σεξουαλική του ταυτότητα κρυφή μέχρι τα 26, ένα χρόνο μετά που εντάχθηκε στη δύναμη της αστυνομίας. Αλλά στη δυσκολία έχει συμβάλει η ίδια η αστυνομία.
«Υπάρχει μια μακρά ιστορία αστυνομικής παρενόχλησης», λέει η Λίμπι Μπουντιέρ από το History Project, μια οργάνωση που δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με σκοπό να συγγράψει την γκέι και λεσβιακή ιστορία της Βοστόνης. «Αστυνομικοί με πολιτικά έμπαιναν στο πάρκο κρυφά, προσποιούμενοι ότι έκαναν ψωνιστήρι, και συνελάμβαναν τον κόσμο. ΄Η περιπολούσαν ασφυκτικά ένα μέρος γνωστό για τέτοιες δραστηριότητες με σκοπό να τρομάξουν τον κόσμο και να φύγει».
Τα μέσα ενημέρωσης έπαιξαν συχνά το παιχνίδι της αστυνομίας. Η είδηση της σύλληψης του Βρετανού τραγουδιστή ποπ Τζορτζ Μάικλ για ψωνιστήρι σ’ενα πάρκο του Μπέβερλι Χιλς στα μέσα της δεκαετίας του ’90 έκανε το γύρο του κόσμου και απείλησε σοβαρά την καριέρα του. Λιγότερο διάσημοι που συχνάζουν στα πάρκα είδαν το όνομα και το πρόσωπό τους σε τοπικές εφημερίδες και δελτία ειδήσεων, με καταστροφικά, ακόμη και μοιραία, αποτελέσματα.
Οι νόμοι περί σοδομίας καταργήθηκαν στη Μασσαχουσέττη το 2002 και σ’όλη την Αμερική το 2003. Αλλά το σεξ σε δημόσιους χώρους, ομοφυλοφιλικό ή μη, παραμένει παράνομο. Μόνο που, για το νόμο, το σεξ σε δημόσιους χώρους δεν θεωρείται πάντοτε δημόσιο. «Στοιχεία που εγγυώνται γνώση ότι το κοινό έχει θεωρητικά πρόσβαση σ’ένα μέρος δεν υποστηρίζει αναγκαστικά το χαρακτηρισμό ενός μέρους ως δημοσίου», είπε το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας το 1981, ανατρέποντας δικαστική απόφαση που καταδίκαζε έναν άνδρα που έκανε σεξ μες στο αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο σε πάρκινγκ κατοικημένης περιοχής.
Το 2001, η Αστυνομία Μασσαχουσέττης και η οργάνωση Gay and Lesbian Advocates and Attorneys (GLAD), μια οργάνωση που παρέχει νομική υποστήριξη σε ομοφυλόφιλους, κατέληξαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με αφορμή μήνυση που είχε καταθέσει η οργάνωση για λογαριασμό ενός άνδρα, από τον οποίο είχε ζητηθεί να εγκαταλείψει το πάρκινγκ μιας εθνικής οδού επειδή έκανε ψωνιστήρι. Ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού, η Αστυνομία εξέδωσε Γενική Οδηγία που έλεγε ότι το σεξ σε δημόσιους χώρους δεν είναι παράνομο αν δεν υπάρχει ουσιώδης κίνδυνος να πέσει στην οπτική αντίληψη περαστικών.
«Αν οι άνθρωποι έχουν κρυφτεί πίσω από απομακρυσμένους θάμνους ή πέρα από φράκτες, σ’ένα μέρος όπου κάποιος γνωρίζει ή λογικά αναμένει ότι δεν θα εμφανιστεί κάποιος που θα ενοχληθεί από την επαφή», εξηγεί η οργάνωση, «τότε δεν θα πρέπει να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για το κοινό».
«Δεν πάμε στο Φενς με κιάλια», λέει ο αξιωματικός Παγκάν. «Οσο βρίσκεσαι μες στις καλαμιές, δεν μας ενδιαφέρει».
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Παγκάν δεν ανησυχεί για τη βία στο Φενς. «Μην μπαίνεις εκεί μέσα», λέει. «Αν είσαι ενήλικας και γνωρίζεις ότι υπάρχει μια ιστορία προηγούμενων περιστατικών, κι ότι η αστυνομία δεν μπορεί να τα προλάβει όλα, γιατί να διακινδυνεύσεις μπαίνοντας εκεί μέσα; Ντροπή σου!»
Τον ρωτώ αν η πρακτική της αστυνομικής παρενόχλησης ομοφυλοφίλων συνεχίζεται ακόμη. «Δεν έχω τα στοιχεία για παρενόχληση», λέει. «Αν ένας αστυνομικός σε σταματήσει και σου κάνει μερικές ερωτήσεις, μπορεί σε σένα να φαίνεται παρενόχληση. Σ’ό,τι αφορά εμένα, όμως, κάνω τη δουλειά μου».
Λέει ότι η αστυνομία έχει υιοθετήσει «μια πιο ανοιχτή» προσέγγιση στους γκέι. «Τώρα έχεις αξιωματικούς που είναι ανοιχτά γκέι. Υποψιάζομαι ότι στη δεκαετία του ’70 δεν υπήρχε κανείς».
Aργά ένα κυριακάτικο απόγευμα, Νοέμβρη μήνα, ακούγονται φωνές και γέλια από έναν κήπο. Τρεις μεσήλικες άνδρες κάθονται στο εσωτερικό. Μου προσφέρουν καρέκλα και συστήνονται. Ο Ρικάρντο, ο Στηβ και ο Πολ.
«Ερχομαι εδώ για ν’ακούσω τα πουλιά, να δω τα λαχανικά μου να μεγαλώνουν και να θαυμάσω τη φύση», λέει ο Ρικάρντο, κρατώντας στα χέρια του ένα κιτρινισμένο φύλο ιτιάς. Είναι μέλος του Fenway Garden Society, ενός δημόσιου συνεταιρισμού που έχει αναλάβει τη διοίκηση των κοινοτικών κήπων στο Φενς. Οι κήποι είναι οι τελευταίοι στη χώρα εναπομείναντες Νικηφόροι Κήποι, που δημιουργήθηκαν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε πόλεις της Αμερικής για να ενισχύσουν την παραγωγή τροφής. Ο Ρικάρντο παίρνει το σημειωματάριο και το στυλό μου και σχηματίζει στη λευκή σελίδα το περίγραμμα του φύλλου που κρατά. «Πάρ’το», μου λέει, «αυτό είναι η φύση».
«Το Φενς είναι ένα δωρεάν γκέι μπαρ ανοιχτού χώρου που μένει ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο», λέει ο Στηβ. «Και δεν έχει την πόζα που συναντάς στα μπαρ της Βοστόνης». Πολλοί από αυτούς που συχνάζουν στο Φενς το περιγράφουν ως μια φθηνή, φιλική και πάντοτε διαθέσιμη εναλλακτική στα γκέι μπαρς, ακόμα κι αν το Φενς δεν είναι πρωταρχικά ένα μέρος να γνωρίσεις φίλους, αλλά να κάνεις σεξ. Το τι σημαίνει σεξ για τον καθένα δεν είναι ξεκάθαρο. «Το σεξ στο Φενς είναι μια ανώτερη μορφή αυνανισμού», λέει ο Στηβ, χρησιμοποιώντας μια έκφραση που χρησιμοποιούν πολλοί απ’όσους συχνάζουν εδώ.
«Η Βοστόνη πια έχει χάσει το ενδιαφέρον που είχε», λέει ο Πολ. «Δεν υπάρχουν πια δημόσια λουτρά, πορνοσινεμά, τίποτα. Εκλεισαν το Παρατηρητήριο Πτηνών στο Κέιμπριτζ (ένα δημοφιλές μέρος για ψωνιστήρι στο παρελθόν) – τώρα πια είναι μόνο για τα πουλιά. Αν κλείσουν και το Φενς, θα αφήσουν πολλούς ομοφυλόφιλους σε σύγχιση».
Λίγες ώρες αργότερα, καμιά δεκαριά έφηβοι κάθονται σ’ένα πάγκο στο ξέφωτο. Ανάμεσά τους αναγνωρίζω πρόσωπα που έχω δει να κάνουν ψωνιστήρι στο πάρκο και ετοιμάζομαι να τους μιλήσω, όταν βλέπω από την αντίθετη κατεύθυνση να έρχονται προς το μέρος μου δυο άνδρες. Ο ένας είναι ο Ρικάρντο, ο άλλος ένας άνδρας γύρω στα 55 τον οποίο δεν έχω ξαναδεί.
Με ρωτούν «πώς πάει». Ο 55χρονος πλησιάζει όλο και κοντύτερα – σημάδι σεξουαλικού ενδιαφέροντος στη γλώσσα του ψωνιστηριού.
Τον ρωτώ τι τον φέρνει στο Φενς. «Ε, ξέρεις... Χαλάρωση», λέει. Δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για κουβέντα.
«Ακόμα κάνεις έρευνα»; Ρωτά ο Ρικάρντο.
Λέω πως ναι, και φεύγουν.
Δυο φορές την εβδομάδα τα καλοκαίρια, μέλη της Επιτροπής Δράσης για το ΑΙDS πηγαίνουν στο Φενς για να μοιράσουν προφυλακτικά και φυλλάδια για τη σύφιλη, το ΑΙDS και το crystal-meth, ένα δημοφιλές ναρκωτικό στη γκέι κοινότητα.
«Θέλουμε να συναντήσουμε ανθρώπους σε περιβάλλοντα όπου βάζουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο μόλυνσης από HIV», λέει ο Μάικλ Γκόσερ, διευθυντής επικοινωνίας στο Γραφείο AIDS του Υπουργείου Δημόσιας Υγείας της Μασσαχουσέτης, το οποίο χρηματοδοτεί εννέα οργανώσεις που ασχολούνται με το AIDS για να έρθουν σε επαφή με τους άνδρες στο Φενς.
Το Φενς δίνει στους εργαζόμενους σε υπηρεσίες υγείας πρόσβαση σ’ένα πληθυσμό που είναι δύσκολο να βρεθεί σε άλλα γκέι μέρη: τους άνδρες που κάνουν σεξ με άλλους άνδρες αλλά δεν θεωρούν τον εαυτό τους μέλος της γκέι κοινότητας. Είναι μια κρίσιμη κατηγορία, καθώς ο αριθμός των ανδρών που κάνουν σεξ χωρίς προφύλαξη αυξάνεται τελευταία, σύμφωνα με αξιωματούχους δημόσιας υγείας.
Σχεδόν 20 χρόνια και 10.000 θανάτους απ’όταν το AIDS εμφανίστηκε στη Μασσαχουσέττη, οι άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες, όπως ονομάζονται επισήμως στις στατιστικές, παραμένουν η πιο προσβεβλημένη ομάδα. Αποτελούν το ένα τρίτο αυτών που διαγνώστηκαν με HIV το 2001, την τελευταία χρονιά για την οποία το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας διαθέτει στοιχεία.
«Αντίθετα απ’ό,τι έχουμε δει σε άλλα μέρη του κόσμου», λέει η Σόφι Γκόντλιερ, διευθύντρια Πρόληψης και Εκπαίδευσης της Επιτροπής Δράσης για το AIDS, «δεν είχαμε ποτέ τα τεράστια ποσοστά ετεροφυλοφίλων που νομίζαμε ότι επρόκειτο να έχουμε όταν πρωτοεμφανίστηκε η αρρώστια».
Η Γκόντλιερ λέει ότι οι λειτουργοί δημόσιας υγείας παλεύουν όχι μόνο με το AIDS, αλλά και με μια αυξανόμενη αδιαφορία για την αρρώστια και με μια μείωση πόρων, που αποδίδεται στην πίεση από ομάδες της θρησκευόμενης δεξιάς που προωθούν την αποχή. «Η προώθηση των προγραμμάτων μόνο-σεξουαλικής-αποχής είχε απευθείας αρνητική επίδραση», λέει, «διότι δημιουργεί την εικόνα ότι πρόκειται να κάνουμε πρόβλεψη με βάση έναν ηθικό κώδικα, όχι την επιστήμη της δημόσιας υγείας».
«Το ανώνυμο σεξ δεν σκοτώνει – το μη ασφαλές σεξ σκοτώνει», είναι το νέο σλόγκαν της οργάνωσης, μια απάντηση σ’αυτό που η Γκόντλιερ αποκαλεί «μη επιστημονική προσέγγιση» των δεξιών οργανώσεων.
«Αν αποξενώνεις τους ανθρώπους, αν δεν τους συναντάς εκεί που βρίσκονται, δεν μπορείς να έχεις επίδραση», λέει ο Τζον Βίνσεντ, ο Ειδικός του Προγράμματος Ανδρών που Κάνουν Σεξ με Ανδρες. «Η θέση μας στην κοινότητα είναι να μη στιγματίζουμε όσους συμμετέχουν σε δημόσιο σεξ».
Δεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες να απαντήσουν με βεβαιότητα το αν το σεξ χωρίς προφύλαξη απαντάται περισσότερο σε μέρη όπου γίνεται ψωνιστήρι απ’ό,τι στην ιδιωτικότητα ενός διαμερίσματος. Ωστόσο, αν και σε άγνωστο βαθμό, σεξ χωρίς προφυλάξεις συμβαίνει στο Φενς,.
Ο Νταν, ένας λειτουργός υγείας γύρω στα 25, που έχει νοσηλεύσει περισσότερους από 70 οροθετικούς άνδρες στα τέσσερα χρόνια που εργάζεται σ’ένα ιατρικό κέντρο στη Βοστόνη, περιγράφει την κατάσταση ως κρίσιμη. Ακουσε για το Φενς στο ιατρικό κέντρο και δεν άργησε να επισκεφτεί το μέρος να διαπιστώσει την κατάσταση ιδίοις όμμασι. «Εκανα κι εγώ κάποια πράγματα», λέει γυρίζοντας το βλέμμα αλλού. «Αλλά με ενδιέφερε να δω αν οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν προφυλάξεις. Πολλοί δεν χρησιμοποιούσαν. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι».
Ρωτώ τον Μαξ, έναν τριαντάχρονο που επισκέπτεται συχνά το Φενς, αν φέρνει μαζί του προφυλακτικά. «Ναι», λέει. «Τις περισσότερες φορές». Τον ρωρώ τι κάνει τις υπόλοιπες φορές. Λέει ότι απλά «παίζει». Εννοεί ότι δεν κάνει πρωκτικό σεξ. Αλλά αργότερα στην κουβέντα ο Μαξ παραδέχεται ότι «μια δυο φορές» έκανε πρωκτικό σεξ χωρίς ο σύντροφός του να βάλει προφυλακτικό.
«Αλλά δεν τον άφησα να τελειώσει μέσα μου», λέει. «Αυτή ήταν η συμφωνία».
Νωρίς ένα βραδάκι το φθινόπωρο, το Φενς είναι σχεδόν άδειο. Δεν βλέπω κανένα παρά μόνο τις μορφές δυο τριών ανδρών που περπατούν μακριά στο ξέφωτο.
Χωρίς την ανθρώπινη παρουσία, συγχρόνως παρηγορητική και ενοχλητική, το Φενς είναι ένα μαύρο κενό που σε τραβά εντός του. Από εδώ, η Βοστόνη είναι ένας μακρινός θόρυβος –ένας συνεχόμενος ήχος κίνησης από την οδό Μπόιλστον, που σημαδεύεται από τις σειρήνες των πυροσβεστικών οχημάτων και των ασθενοφόρων, από τα φρένα των αυτοκινήτων, και από τις μακρινές φωνές των ανθρώπων που διασχίζουν το γεφυράκι.
Συγκεντρώνω την προσοχή μου στον ήχο που κάνουν τα βήματά μου καθώς πατώ πάνω σε διαφορετικές επιφάνειες: χώμα, λάσπη, νεκρά φύλλα, και γρασίδι. Ενας θάμνος σείεται από έναν αρουραίο που διασχίζει γρήγορα το διπλανό μονοπάτι. Ακολουθώ τα δρομάκια που οδηγούν βαθιά μέσα στις καλαμιές μέχρι που νιώθω τα πόδια μου να βυθίζονται στη λάσπη. Το ποτάμι πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά.
Στο σκοτάδι δεν υπάρχουν χρώματα, μόνο διαφορετικοί τόνοι του μαύρου. Τα φώτα της δυτικής πλευράς του ουρανοξύστη Prudential φαίνονται στο σκοτάδι ανάμεσα από τις καλαμιές, συνοδευόμενα από τον ολόφωτο τρούλο του παρακείμενου ουρανοξύστη της οδού Χάντιγκτον. Το κόκκινο φως μιας κεραίας στην κορυφή του Prudential αναβοσβήνει.
Στο δρόμο της επιστροφής, κόβω δρόμο ανάμεσα στις καλαμιές και ενοχλώ ένα κοπάδι πουλιών που φεύγει μακριά. Λίγοι άνδρες στέκονται τώρα στον κεντρικό διάδρομο, και δυο άλλοι ξεπροβάλλουν από τις καλαμιές. Μες στην κιτρινωπή λάμψη από τα φώτα της Μπόιλστον, αυτό το σημείο είναι ελαφρώς φωτεινότερο.
Κατευθύνομαι προς τους κήπους. Στο τέλος ενός μονοπατιού, νομίζω ότι βλέπω τις μορφές δυο ανδρών, δεμένων μεταξύ τους σ’ενα σχηματισμό που υπόσχεται ότι είναι σεξουαλική περίπτυξη. Καθώς πλησιάζω, συνειδητοποιώ ότι τα μάτια μου με γέλασαν στο σκοτάδι. Το μόνο που υπάρχει είναι η ακανόνιστη άκρη ενός φράκτη.
Αν υπήρχε ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει ζήσει όλες τις πλευρές της εμπειρίας του Φενς, αυτός είναι ο Άλεξ. Από το 1975 που μετακόμισε στη γειτονιά Φένγουεϊ, ο Αλεξ, τώρα γύρω στα 55, έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Φενς, κάνοντας ψωνιστήρι, φροντίζοντας τον κήπο του, και μελετώντας τη μόλυνση του Muddy River ως ασκούμενος περιβαλλοντολόγος.
«Βρισκόμαστε στο κέντρο μιας διάσημης Μέκκας του γκέι κόσμου», λέει όταν τον συναντώ στον κήπο του ένα πρωινό του φθινοπώρου. «Ο κήπος μου είναι ξακουστός διεθνώς».
Στη δεκαετία του ’70, το Φένγουεϊ ήταν μια γκέι γειτονιά, μια λαϊκή εκδοχή της σημερινής γιάπικης γκέι γειτονιάς της Βοστόνης, του South End. «Η σεξουαλική ασωτεία ήταν πολύ περισσότερο ανοιχτή τότε», λέει ο Αλεξ. «Οι άνδρες άρχιζαν ν’ανακαλύπτουν και να χαίρονται τα σώματά τους. Εφευγα από τα μπαρ της περιοχής μετά από χορό τριών ωρών, έτρεχα στο σπίτι, έκανα ντουζ, έπαιρνα μια κούπα καφέ και ερχόμουν εδώ. Κάθε δεδομένη στιγμή, θα βρίσκονταν εδώ ανάμεσα στους 300 με 500 άνδρες».
Εκείνα τα χρόνια, η ιατρική μπορούσε να θεραπεύσει τις περισσότερες σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες. Από τότε, ο Αλεξ, που κάποτε δούλευε νοσοκόμος σ’ένα ιατρικό κέντρο, έχει δει πολλούς να πεθαίνουν από AIDS. «Η πόλη είναι ένα εκπαιδευτικό κέντρο», λέει. «Η γειτονιά είναι μια περιοχή ιατρικών κέντρων. Αν κάποιος θέλει να έρθει εδώ και να μη χρησιμοποιεί καπότες, δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν άλλο από την ηλιθιότητά του».
Επισκέπτομαι ξανά τον Αλεξ ένα πρωινό, μια μέρα μετά την ιστορική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μασσαχουσέττης που ανακήρυξε συνταγματικούς τους γκέι γάμους. Ο Αλεξ έχει μια «μη σεξουαλική σχέση» μ’έναν άνδρα για 21 χρόνια. «Παντρεύομαι!», λέει και γελά. «Αυτό για το οποίο αγωνιζόμουν πάνω από 30 χρόνια πριν ήταν το δικάίωμα να κάνω σεξ χωρίς να συλλαμβάνομαι. Ο γάμος μπορεί να είναι καλός για κάποια ζευγάρια. Αλλά ακριβώς και μόνο επειδή είναι νόμιμος, δημιουργεί μια επιμονή ότι πρέπει να το κάνεις. Δεν μου αρέσει η ιδέα της αφομοίωσης σε τέτοιο βαθμό που θα πρέεπι να συμμορφωθώ στις επιταγές μιας ετεροφυλόφιλης κοινωνίας».
Φεύγουμε από τον κήπο να πάμε στο διαμέρισμά του, διότι ο Αλεξ θέλει να μου δώσει υλικό από την περιβαλλοντική μελέτη που κάνει στο Φενς. Ενα πρότζεκτ ανάπλασης έχει προγραμματιστεί να αρχίσει σύντομα στο Emerald Necklace, το σύστημα πάρκων της Βοστόνης που περιλαμβάνει το Φενς. Στα σχέδια βρίσκεται το ξερίζωμα των καλαμιών, που εμποδίζουν τη ροή του ποταμού, προξενώντας μόλυνση και πλημμύρες. Χωρίς καλαμιές να κρυφτεί κανείς, πρόκειται πιθανότατα για το τέλος του ψωνιστηριού στο Φενς.
«Δυστυχώς πρέπει να γίνει για περιβαλλοντικούς λόγους», λέει ο Αλεξ. «Αλλά λυπάμαι για τις επόμενες γενιές που δεν θα έχουν την ευκαιρία να χαρούν τις καλαμιές. Χάνουμε μια σημαντική περιοχή ψωνιστηριού».
Το διαμέρισμά του είναι ακατάστατο με βιβλία και χαρτιά. Από έναν κίτρινο φάκελο, ο Αλεξ βγάζει αποκόμματα εφημερίδων από τη δεκαετία του ’80 και παλιές φωτογραφίες: μια φωτογραφία των κήπων με το Fenway Park στο βάθος και αυτοκίνητα της δεκαετίας του ’70 σταθμευμένα έξω από το Φενς. Εικόνες από ξεριζωμένες ιτιές από έναν τυφώνα. Την εικόνα μιας πινακίδας που γράφει με σπρέι «σώστε τις καλαμιές», από το 1993, όταν οι καλαμιές αφαιρέθηκαν προσωρινά για να αντιμετωπιστεί το έγκλημα.
Ο Αλεξ μου δίνει το φάκελο και δυο βιβλία και με ξεπροβοδίζει. «Τα έχω δει όλα», μου λέει. «Τα έχω κάνει όλα, και είμαι υπερήφανος. Εχω ζήσει την γκέι ανδρική φαντασίωση σ’όλο το μεγαλείο της».
Δημήτρης Αγγελίδης (2004)
(Αναδημοσίευση από το προσωπικό site του Δ. Αγγελίδη)