Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.8.19

ΑΝΔΡΙΣΜΟΙ. ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ



Τι σήμαινε να είναι κάποιος «άνδρας» στο παρελθόν; Με ποιους τρόπους διαμορφωνόταν ατομικά και συλλογικά η εικόνα του ανδρικού εαυτού και πώς οι ανδρικές ταυτότητες, υποκειμενικότητες και εμπειρίες αναπαράγονταν και μεταβάλλονταν χρονικές περιόδους, κοινωνικά περιβάλλοντα και πολιτισμικά συμφραζόμενα; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα από τα οποία εκκινεί ο ανά χείρας τόμος, φέρνοντας σε δημιουργική συνομιλία ερευνήτριες και ερευνητές που συνδιαλέγονται με τη διεθνή βιβλιογραφική παραγωγή και τους σύγχρονους προβληματισμούς της ιστορίας του ανδρισμού και του φύλου. Οι συμβολές του τόμου αντλώντας τα παραδείγματά τους από την ελληνική και την ευρωπαϊκή ιστορία αποτυπώνουν την πολλαπλότητα της ανδρικής εμπειρίας μέσα από πλήθος πεδίων, όπως την πολιτική, τον πόλεμο, την οικογένεια, την αυτοκρατορία, τα ομοκοινωνικά περιβάλλοντα, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το κοινωνικό περιθώριο και τις ελίτ, ενώ διαπλέκουν παραγωγικά το φύλο με άλλες κατηγορίες ανάλυσης, όπως το έθνος, την τάξη, την ηλικία, το σώμα και τη σεξουαλικότητα. Υπογραμμίζουν, τέλος, τον συσχετικό χαρακτήρα ανδρισμών και θηλυκοτήτων και διευρύνουν σημαντικά την οπτική μας γύρω από την παραγωγή των σχέσεων εξουσίας κατά το παρελθόν. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) 

Περιεχόμενα
-Πρόλογος
Δήμητρα Βασιλειάδου, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Ανδρονίκη Διαλέτη, Γιώργος Πλακωτός
Ανδρισμοί και ιστορία: η ιστοριογραφία μιας σχέσης
-ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ
Δήμητρα Βασιλειάδου
Η σιωπή, ο φόβος, η σαγήνη: γράφοντας τον σεξουαλικό εαυτό στα τέλη του 19ου αιώνα
Παναγιώτης Ζεστανάκης
Ανδρισμοί και οικογενειακές σχέσεις σε ένα μεταβατικό κινηματογραφικό τεκμήριο: η ταινία «Το παίζω και πολύ άνδρας» του Ερρίκου Θαλασσινού (1983)
Κώστας Γιαννακόπουλος
Φαντάσματα από το παρελθόν στο παρόν: ανδρικές ομοερωτικές επιθυμίες και πολιτικές στη μεταπολεμική και σύγχρονη Ελλάδα
Άρης Τσαντηρόπουλος
Διαπροσωπικές διαφορές και συγκρούσεις μεταξύ ανδρών ενώπιον του λόγου που μετράει: μια ανθρωπολογική προσέγγιση του «σασμού» (συμβιβασμού) στη σύγχρονη Κρήτη
ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ, ΡΩΓΜΕΣ ΚΑΙ ΕΝΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΕΛΙΤ
Ανδρονίκη Διαλέτη
Σώμα, ανδρισμός και ευγένεια στην Ιταλία των πρώιμων νεότερων χρόνων
Παναγιώτης Κιμουρτζής - Άννα Μανδυλαρά
Το σώμα και οι εορτές του Όθωνα (1833-1862). Όψεις του ανδρισμού: το «φυσικό» και το «πολιτικό» σώμα του βασιλιά
Ευγενία Σηφάκη
Ανδρισμός και αυτοκρατορία: η ιστορία του Robert Clive (1725-1774) σε κείμενα της βικτωριανής πεζογραφίας
Κώστας Ράπτης
Ανδρισμοί και αριστοκρατία στην Κεντρική Ευρώπη του ύστερου 19ου και πρώιμου 20ού αιώνα
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΑ
«Non est masculus, neque femina»: η σχέση του ριζοσπαστικού φραγκισκανισμού με την αρσενικότητα στον 14ο αιώνα
Μαρία Παπαθανασίου
Όψεις του ανδρισμού στο γερμανικό "νεανικό κίνημα" (1896-1933)
Κώστας Παλούκης
Η ταξική ηθική στο ιδεώδες του αρχειομαρξιστικού ανδρισμού
Άννα Πούπου
Μοναχικοί λύκοι, έξυπνα λαγωνικά, θυμωμένοι γάτοι: ανδρισμοί στο ελληνικό κινηματογραφικό αστυνομικό θρίλερ των δεκαετιών 1950 και 1960
ΕΠΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΑΚΟΙ ΑΝΔΡΙΣΜΟΙ
Γιώργος Πλακωτός
Υπό το βλέμμα των άλλων: περιηγητικοί ανδρισμοί, 13ος-18ος αιώνας
Λίνα Αμπντελχαμίντ
Ο πόλεμος του 1897 στη λογοτεχνία: παράγοντας (αντ)εθνικούς ανδρισμούς
Κωστής Γκοτσίνας
Ουσίες γένους αρσενικού: ναρκωτικά και ανδρισμός στην Ελλάδα (1900-1940)
Βιογραφικά σημειώματα

Επιμέλεια: Δήμητρα Βασιλειάδου, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Ανδρονίκη Διαλέτη, Γιώργος Πλακωτός
Διορθώσεις: Κ. Παντελίδου


31.12.18

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: ΡΟΖ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Ροζ καπιταλισμός (ή καπιταλισμός ουράνιου τόξου ή γκέι καπιταλισμός) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγραφεί η ενσωμάτωση του κινήματος ΛΟΑΤ και του δικαιώματος της διαφορετικότητας όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό στην αγορά της οικονομίας και τον καπιταλισμό, ειδικά καθώς τέτοιου είδους ενσωμάτωση αφορά την αγορά των μελών της ΛΟΑΤ κοινότητας, των πληθυσμών του δυτικού κόσμου, των λευκών καθώς και ατόμων μεσαίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης.
Αναλυτικότερα, ο όρος αναφέρεται στην ένταξη των μελών της ΛΟΑΤ κοινότητας στο καπιταλιστικό σύστημα, καθώς έχει πλέον και αυτή την απαραίτητη αγοραστική δύναμη(ροζ χρήματα) για να επικεντρώσει μια αγορά στο πρόσωπό της.
Αξιοσημείωτα παραδείγματα ανάλογης ένταξης μπορούν να αποτελέσουν τα gay bar και νυχτερινά κέντρα, τοποθεσίες για τουρισμό και γενικά καταναλωτικά αγαθά που είναι διάσπαρτα στην αγορά και προορίζονται για τα μέλη της γκέι κοινότητας.
Ο όρος εξυπηρετεί ακόμα σε συζητήσεις αντικρουόμενων απόψεων για το κατά πόσο είναι αποδεκτή η σεξουαλική διαφορετικότητα και την ανάγκη να γίνει σύντομα αποδεκτή από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, καθώς η αγορά αναζητεί μανιωδώς νέο αγοραστικό κοινό το οποίο έχει βρει σε ένα βαθμό στο πρόσωπο της ΛΟΑΤ κοινότητας.
Ιστορικό πλαίσιο
Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές η ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού συμπίπτει σε κάποιο βαθμό με την ανάπτυξη του ροζ καπιταλισμού στον δυτικό κόσμο. Από ιστορικά στοιχεία προκύπτει το συμπέρασμα πως σεξουαλική ποικιλομορφία υπήρχε πάντα και οι διάφορες περίοδοι επιχειρησιακής ανάπτυξης που στοχεύουν στην γκέι κοινότητα μπορούν να διακριθούν ως εξής
Από τα τέλη του 19ου αιώνα έχουν εξαπλωθεί σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής μπαρ, καμπαρέ, πορνεία ακόμη και έντυπος τύπος που στοχεύει στην αγορά της ΛΟΑΤ κοινότητας. Μολονότι τα μέλη μιας τέτοιας κοινότητας διώκονταν δημοσίως, η δημιουργία αυτών των επιχειρήσεων μπορεί να θεωρηθεί μια πρώτη προσπάθεια απόκτησης δικαιωμάτων για τα άτομα της ΛΟΑΤ κοινότητας και συνέβη στο Βερολίνο της Γερμανίας τη δεκαετία του 1920.
Δεύτερη φάση
Μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου ο φασισμός επηρέασε την Δύση και την έστρεψε στην ομοφοβία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου μολονότι η κατανάλωση ΛΟΑΤ προϊόντων και υπηρεσιών ήταν περιθωριακή, δημιουργήθηκαν ομόφυλες ενώσεις για να διεκδικήσουν μια θετικότερη ματιά απέναντι στην ομοφυλοφιλία από την πλευρά της ευρύτερης κοινωνίας. Ο σκοπός αυτός θα επιτυγχάνονταν μέσω συνεδριάσεων, δημοσιεύσεων, ή φιλανθρωπικών συγκεντρώσεων. Oι ομόφυλες αυτές ενώσεις εναντιώθηκαν σθεναρά στην προβολή των ομοφυλοφίλων ως διεστραμμένων και προβληματικών ατόμων.
Ενσωμάτωση των ΛΟΑΤ στην κοινωνία
Το 1969 ένα κίνημα, αυτό τhw εξέγερσης του Στόουνγουολ, σηματοδοτεί την αρχή της "απελευθέρωσης" των ΛΟΑΤ. Η απελευθέρωση αυτή είχε ορισμένα χαρακτηριστικά ένα από τα οποία ήταν η δημόσια προβολή της ομοφυλοφιλίας και είχε ως στόχο την αποποινικοποίηση της. Το κίνημα δεν είχε τα προβλεπόμενα και θεμιτά αποτελέσματα καθώς οδήγησε σε αρνητική κοινωνική ανταπόκριση η οποία οφείλεται στην εμφάνιση και εξάπλωση του HIV/AIDS και η οποία με τη σειρά της οδήγησε στην ανάπτυξη ενός άλλου κινήματος, αυτό των queer, με στόχο την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων.
Στην δεκαετία του 1990 οι ομοφυλοφιλικές διακρίσεις γνώρισαν μια ύφεση και έτσι οι θέσεις εργασίες για άτομα που ανήκαν στην ΛΟΑΤ κοινότητα αυξήθηκαν. Αυτό οδήγησε με τη σειρά του στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης αυτής της κοινότητας και στην κίνηση του ροζ χρήματος. Oι ομοφυλόφιλοι αποτελούσαν πλέον ένα μεγάλο μέρος της αγοραστικής δύναμης και αυτό οδήγησε στην ανάπτυξη μιας νέας τάσης, αυτή των dinkies (ένα ζευγάρι με δύο εισοδήματα και κανένα παιδί).
Τέτοιου είδους διαδικασίες ιδιαίτερα δημοφιλείς σε γειτονιές ομοφυλοφίλων, παρείχαν κάποιου είδους κοινωνική ασφάλεια στα μέλη τους αλλά και προσιτές τιμές. Mε την ελάττωση του κοινωνικού στίγματος οι γειτονιές αυτές -οι οποίες χάρη στην ελάττωση αυτή έγιναν "trendy"- ακολούθησαν διαδικασία "εξευγενισμού".
Η αύξηση τιμών οδήγησε στην αποβολή του γκέι πληθυσμού που δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά τις νέες δαπάνες. Παράλληλα, αναπτύχθηκε μια πιο εξειδικευμένη αγορά γύρω από την κοινότητα των LGBTI. Η οποία εξυπηρετούσε με τα έσοδά της τις ανάγκες της ίδιας της κοινότητας LGBTI. Στους κώδικες δεοντολογίας διαφόρων εταιριών άρχισε να προστίθενται η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤ αλλά και χρηματοδοτούσαν εκδηλώσεις της κοινότητας. Πιθανόν, χωρίς την πολιτική νομιμότητα που προσφέρει το καπιταλιστικό μοντέλο κατανάλωσης ορισμένα πολιτικά και αστικά δικαιώματα να μην είχαν αποκτηθεί, η απόκτηση όμως αυτή έπληξε τα μέλη της κοινότητας των LGBT, καθώς τους ενσωμάτωσε σε ένα ετεροκανονικό καταναλωτικό πλαίσιο.
Στην Ισπανία , ούτε ο επαναληπτικός προσδιορισμός της ομοφυλοφιλίας, ούτε και η διαδοχή του ομοφυλοφιλικού μοντέλου, έγιναν από το ενεργό ομοφυλοφιλικό κίνημα της εποχής, [...]  Η διείσδυση του νέου μοντέλου πραγματοποιείται μέσω ιδιωτικών καναλιών: από επιχειρηματίες που παράγουν μιμητικά ομοφυλοφιλικούς θεσμούς που υπάρχουν ήδη σε άλλες χώρες[...] Η θεσμοθέτηση του ομοφυλοφιλικού σύμπαντος "συνεπάγεται αναζήτηση αποτελεσματικότητας και οικονομίας, ταυτόχρονα, μεγιστοποιώντας την αποτελεσματικότητα (εκφράζεται ποσοτικά στον αριθμό των συνεργατών και των οργανισμών) και ελαχιστοποιώντας το κόστος (χάσιμο χρόνου και απόρριψη προτάσεων)".
-Το γκέι μοντέλο .Ροζ κοινωνία. Π. 82-84


5.11.18

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Η QUEER ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Η εικόνα της διαφορετικότητας
Ο queer ελληνικός κινηματογράφος
ΤΗΣ ΛΙΝΑΣ ΡΟΖΗ (avgi.gr, 4/11/2018)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ, Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016), Εκδόσεις Αιγόκερως, σελ. 440
Με τη μονογραφία Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016), ο Κωνσταντίνος Κυριακός μάς παρουσιάζει την ολοκληρωμένη εκδοχή της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τις διαφορετικές όψεις της απεικόνισης του ομοερωτισμού στον ελληνικό κινηματογράφο. Δέκα πέντε χρόνια πριν, σκιαγραφώντας το τοπίο και τις γενεαλογίες του ελληνικού gay κινηματογράφου, με το βιβλίο του Διαφορετικότητα και ερωτισμός επιχείρησε μια πρώτη χαρτογράφηση του πεδίου παρουσιάζοντας επιλεγμένα παραδείγματα ταινιών και επιχειρώντας να εντοπίσει τους σημαντικότερους σταθμούς στην κινηματογραφική αναπαράσταση της ομοφυλοφιλίας. Με την πρώτη εκείνη μελέτη εισήγαγε ένα πεδίο έρευνας που τότε ήταν σχεδόν άγνωστο, τουλάχιστον στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο.
Στην πρόσφατη αυτή έκδοση, διαθέτοντας πλέον μια πανοραμική εποπτεία και βαθιά γνώση του υλικού του, o Κυριακός περιλαμβάνει τη συστηματική παρουσίαση και ταξινόμηση των κινηματογραφικών ταινιών και την κριτική ανάλυσή τους με σημείο αναφοράς θεωρητικά εργαλεία που προέρχονται από το πεδίο των queer studies. Με τον τρόπο αυτό, η μελέτη συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός νέου πεδίου στην ελληνική βιβλιογραφία, με ερευνητικές εργασίες που χρησιμοποιούν διαφορετικά θεωρητικά εργαλεία από το πεδίο των σπουδών φύλου (gender studies) και της queer θεωρίας για την ανάλυση και την ερμηνεία του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και του θεάτρου και της λογοτεχνίας. Επιπλέον, εξετάζοντας την ελληνική περίπτωση, συνδιαλέγεται με το έργο των μελετητών που εξετάζουν τη διαδρομή του queer κινηματογράφου σε άλλες χώρες.
Ειδικότερα, η μελέτη συμβάλλει σημαντικά στη συζήτηση με θέμα την απεικόνιση των έμφυλων ταυτοτήτων, τη «διαχείριση» της σεξουαλικής ετερότητας και τη διαμόρφωση στο ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο μιας διακριτής queer αισθητικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η προσέγγισή του δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά σε ταινίες της σύγχρονης παραγωγής, όπου οι ίδιοι οι δημιουργοί συχνά συνομιλούν με τον θεωρητικό λόγο, ή σε «στρατευμένες» ταινίες με μια ανοιχτή gay θεματολογία, αλλά συμπεριλαμβάνει και μια εκ νέου ανάγνωση παλαιότερων ταινιών.
Ο συγγραφέας εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί ως υπόβαθρο αναφοράς την queer θεωρία, με βάση την οποία και προσδιορίζει το αντικείμενο της μελέτης του. Η έννοια queer αφορά «οποιαδήποτε στοιχείο ή έκφραση σχετίζεται με τον τομέα της σεξουαλικότητας, των έμφυλων ταυτοτήτων και της πολιτικής, […] το οποίο διαταράσσει  και απογυμνώνει  τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης και αντίληψης».[1] Στο πλαίσιο αυτό, ο Κυριακός περιγράφει την οπτική υπό την οποία συζητά τις ταινίες και τους τομείς στους οποίους εστιάζει. Η προσέγγισή του «διερευνά πώς και γιατί η ρευστότητα όλων των μορφών της σεξουαλικότητας συνδέεται με τους μηχανισμούς παραγωγής και πρόσληψης των ταινιών, δίνοντας, συχνά, έμφαση στις παραδοσιακά αγνοημένες ή λογοκριμένες ομοφυλόφιλες σεξουαλικότητες» (σ. 11).
Ξεχωριστή έμφαση δίνει στον τρόπο με τον οποίο εντοπίζει και ερμηνεύει τις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις της ομοφυλοφιλίας: στο επίπεδο της κατασκευής της εικόνας, του είδους, των μυθοπλαστικών χαρακτήρων αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η ιστορία ταυτίζεται ή αποκλίνει από την κοινωνική και ηθική νόρμα (σ. 12). Στον τομέα αυτό πρόθεσή του είναι να αναδείξει λανθάνουσες queer όψεις στην ταυτότητα των χαρακτήρων, την υποκριτική και τη σημαντική του σώματος των ηθοποιών μέσα από τις οποίες προβάλλονται «αποκλίνουσες» εκφάνσεις της αρρενωπότητας ή της θηλυκότητας, αλλά και τις υπόρρητες εμφάσεις του σκηνοθέτη, όπως αυτές ανιχνεύονται στο βλέμμα της κάμερας, στα πλάνα και στο μοντάζ των επιμέρους σκηνών. Για την ολοκληρωμένη αποτίμηση της ιδεολογικής λειτουργίας  των queer ταινιών, ο συγγραφέας υπογραμμίζει την ιδιαίτερη σημασία που έχει η μελέτη της υποδοχής των ταινιών από το κοινό και τους κριτικούς (σ. 25). Οι τεκμηριωμένες αναφορές στην πρόσληψη των ταινιών μάς φανερώνουν μία επιπλέον όψη στη διαδρομή της ελληνικής κοινωνίας προς την αναγνώριση (coming out) της queerταυτότητας και αισθητικής.
Εξίσου ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο συγγραφέας αφηγείται τη διαδρομή του ελληνικού queer κινηματογράφου, συνδυάζοντας τη χρονολογική παρουσίαση και ταξινόμηση των ταινιών με τη θεματική. Διαβάζοντας τη μελέτη, ο αναγνώστης αποκτά καθαρή εικόνα της ιστορικής αυτής διαδρομής, που δεν αναφέρεται μόνο στην αισθητική και τις ιδεολογικές επιλογές των ταινιών, αλλά αντανακλά επίσης την ιστορία των νοοτροπιών, τις κοινωνικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα απέναντι στη σεξουαλική διαφορετικότητα αλλά και τις ρωγμές που με πολύ αργούς ρυθμούς συντελούνται στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Χρησιμοποιώντας ως πλαίσιο αναφοράς τις διαφορετικές εποχές στην εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου, η μελέτη εξετάζει την παράλληλη διαμόρφωση του «κανόνα» του queerκινηματογράφου. Με κριτήριο τις διαφορετικές απεικονίσεις της ομοφυλόφιλης ταυτότητας, ο συγγραφέας διακρίνει τρεις κομβικές στιγμές: τη στερεοτυπική αναπαραγωγή και τη διακωμώδηση του ομοφυλόφιλου, τη «ρεαλιστικής» πρόθεσης δαιμονοποίηση ή τον στιγματισμό της σεξουαλικής απόκλισης, και την (πιο πρόσφατη) απόπειρα επιβολής μιας αποενοχοποιημένης ματιάς. Στη γραμμική αυτή αφήγηση παρεμβάλλει κάποιες επιπλέον θεματικές κατηγορίες  με διαφορετική θεματική έμφαση.  Έτσι, εκτός από τις ταινίες με σαφή ή λανθάνουσα ρεαλιστική πρόθεση, εξετάζει μια σειρά ταινιών που παραπέμπουν στον μύθο ή την ιστορία κατασκευάζοντας τον «κανόνα» μιας ομοφυλόφιλης κουλτούρας, ενώ επίσης αναφέρεται ξεχωριστά στο θέμα της παρενδυσίας και στον τρόπο που λειτουργεί ενισχύοντας ή υπονομεύοντας τη στερεοτυπική απεικόνιση της αποκλίνουσας σεξουαλικότητας. Η επιλογή του ερευνητή να συμπεριλάβει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο με θέμα την απεικόνιση της γυναικείας ομοφυλοφιλίας όπως και η αναφορά στην ανάδυση και την ανάδειξη των σημαντικότερων γυναικών ηθοποιών ως gay icons, ανοίγει ένα κεφάλαιο σε ένα σχεδόν ανεξερεύνητο πεδίο που αφορά την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου από την σκοπιά των γυναικών.
Η μελέτη Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016)μας ξεναγεί στην ιστορία του ελληνικού queer κινηματογράφου παρουσιάζοντας τις διαφορετικές του γενεαλογίες. Είναι σαφές ότι διανύουμε μια εποχή που το ζήτημα της σεξουαλικής ετερότητας και της εναλλακτικής «επιτέλεσης» των έμφυλων ταυτοτήτων ακούγεται ηχηρά στον δημόσιο λόγο, χωρίς ωστόσο να έχει καταφέρει να κάμψει τα ομοφοβικά αντανακλαστικά και να αναχαιτίσει τις επιθετικές αντιστάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας επιλέγει να ολοκληρώσει το βιβλίο του γράφοντας: «Όσα δύσκολα κατακτήθηκαν, δεν παύουν να είναι και ρευστά» (σ. 382).  

Η Λίνα Ρόζη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών



[1] Jennifer Purvis, «Queer» in Catherine M. Orr, Ann Braithwaite, Diane Lichtenstein (eds.), Rethinking Women’s and Gender Studies, London: Routledge, 2012, σ. 203.


3.6.18

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ - 1

Πολιτική ορθότητα και λαϊκές προκαταλήψεις
Σώτη Τριανταφύλλου (tanea.gr, 2/6/2018)
[...] Η πολιτική ορθότητα δεν είναι καινούργιο φαινόμενο: στον 20ό αιώνα, «πολιτικά ορθές» θεωρούνταν, στους κύκλους της αριστεράς, οι σταλινικές θέσεις, οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ κομμουνιστών και σοσιαλιστών - τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν τις «σωστές», «συνεπείς» θέσεις, ενώ οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν αναθεωρητές και μεταρρυθμιστές, ξεπουλημένοι στον καπιταλισμό. Στη συνέχεια, ο όρος απέκτησε ειρωνική συνήχηση περιγράφοντας το πώς οι κομμουνιστές υπερασπίζονταν τη γραμμή του Κόμματος ανεξάρτητα από το ηθικό της περιεχόμενο· και στις δεκαετίες 1980, 1990 ταυτίστηκε με το δογματικό κίνημα των γλωσσικών και νομικών ρυθμίσεων που αναπτύχθηκε στα αμερικανικά πανεπιστήμια και εξήχθη με άκρως αυταρχικό τρόπο στην Ευρώπη.
Οι ρυθμίσεις που πρότεινε και επέβαλε το κίνημα της πολιτικής ορθότητας είχαν στόχο την υπεράσπιση ατόμων και ομάδων που, ακόμα και σε συνθήκες φιλελεύθερης δημοκρατίας, θεωρούνταν αδικημένοι. Υπήρχαν εξαρχής δύο θεωρητικά προβλήματα: πρώτον το ότι ως «αδικημένοι» περιγράφονταν κοινωνικές ομάδες - γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, παχύσαρκοι, ανάπηροι - που χαρακτηρίζονταν βάσει ενός γνωρίσματος (φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, σωματικής ακεραιότητας: εκτός αν διέθεταν δύο ή περισσότερα "μειονοτικά" γνωρίσματα) και δεύτερον ότι το άθροισμα αυτών των ομάδων συγκροτούσαν την πλειονότητα της κοινωνίας. Τουτέστιν, εκτός ρύθμισης έμεναν μόνο οι λευκοί άνδρες της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Το κίνημα της πολιτικής ορθότητας δεν περιοριζόταν στη διαπαιδαγώγηση του κοινού και στη διαμόρφωση συμπεριφοράς «σωστού» πολίτη, αλλά πίεζε προκειμένου να αντικαταστήσει με ενεργά καλά αισθήματα την αδιάφορη ανεκτικότητα στην οποία βασίζεται η κοινωνική συνοχή. Τα αποτελέσματα, που φάνηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990, ήταν η επιστροφή του πουριτανισμού (ο οποίος είχε υποχωρήσει για καμιά εικοσαριά χρόνια), μαζί με τη θεαματική ανάδυση και παρουσία των παραδοσιακών underdogs, πραγματικών και φαντασιακών. H πολιτική ορθότητα δεν λαμβάνει υπόψη την ιστορική εξέλιξη: θεωρώντας underdogs τους μαύρους, τις γυναίκες, τους μουσουλμάνους, τους gays, προτείνει εξέγερση· η δε «υπερ-παρουσία» (π.χ. ο μουσουλμάνος δήμαρχος του Λονδίνου, ο διεμφυλικός νικητής στη Eurovision κ.τ.λ.) εξυμνείται ως νίκη του κινήματος αρκεί να μην αφορά λευκούς άνδρες (π.χ. η αναπηρία του κ. Σόιμπλε είναι αδιάφορη εφόσον ο γερμανός πολιτικός κατέχει πολιτική ισχύ).
Η πολιτική ορθότητα έφτασε στις ακτές μας και εντάχθηκε σε όλες τις πολιτικές πεποιθήσεις. Μόνον η παραδοσιακή δεξιά ανθίσταται καθώς προσκολλάται σε εξίσου ακραίες προκαταλήψεις και ελληνορθόδοξους αναχρονισμούς. Η επέκταση της πολιτικής ορθότητας δεν βοηθά στην άρση αυτών των προκαταλήψεων και αναχρονισμών: ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα φαίνεται πως τροφοδοτεί τον απαίδευτο πολίτη ο οποίος αποτροπιάζεται μπροστά στην κοινωνική ενσωμάτωση και αποδοχή όλων των ανθρώπων στην καπιταλιστική κοινωνία ανεξαρτήτως χρώματος, φύλου, σεξουαλικού πρσανατολισμού. Στην Ελλάδα, αυτός ο πολίτης έχει ανάμεικτα συναισθήματα και για την ίδια την καπιταλιστική κοινωνία: τα πρότυπά του είναι προκαταπιταλιστικά.
Η αριστερά, χάνοντας το προλεταριάτο, κάλυψε το κενό με τους μετανάστες και άλλα πραγματικά ή φαντασιακά θύματα της καπιταλιστικής τάξης. Ο πολιτικός λόγος, ο γενικά δημόσιος λόγος και η τέχνη κατέστησαν αυτές τις ομάδες "pets" - χαϊδεμένα κατοικίδια που έχουν ανάγκη από στοργή - και ανέδειξαν την επιλεγόμενη «διαφορετικότητα» σε προσόν το οποίο προασπίζουν μηχανισμοί αστυνόμευσης της σκέψης και εμμονικής δικομανίας. Το πρόβλημα είναι, μεταξύ άλλων, όπως ήδη υπονόησα, ότι έτσι επιδεινώνεται η άσκεπτη και πρωτόγονη συμπεριφορά της άλλης πλευράς, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς στα δεξιά MME και στις οχλοκρατικές εκδηλώσεις τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα.
Ο εξευγενισμός του πνεύματος και των κοινωνικών τρόπων δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται με τη θέσπιση νόμων και κανονισμών, ούτε με τον πολλαπλασιασμό ΜΚΟ που τρέχουν πάνω-κάτω με δάκρυα στα μάτια. Ούτε με  περιορισμούς στον κώδικα της ομιλίας και της γραφής που δήθεν εξασφαλίζουν "safe spaces", αποκαθαρμένους χώρους: καθώς η πολιτική ορθότητα προχωρεί σε πεδία αναγκαστικού καθωσπρεπισμού, η ευπρεπής και η απρεπής συμπεριφορά - την ευθύνη της οποίας έχει ο καθένας από μας - γίνονται υλικό νομικού και ηθικού στιγματισμού.
Στη χώρα μας, που στερείται παράδοσης αστικής ευγένειας και όπου αυτή η ευγένεια καταγγέλλεται ως υποκρισία, η υπερπρόθυμη υιοθέτηση της πολιτικής ορθότητας μοιάζει παράδοξη και κακόφωνη: πολλά αριστερά στελέχη, με τσιγκελωτά ή άλλου σχήματος μουστάκια και με το κομπολόι στο χέρι, παριστάνουν τους πολύ προχωρημένους πολιτικά ορθούς και εφαρμόζουν την πολιτική ορθότητα όπως εφάρμοζαν παλιότερα την κομματική γραμμή: ως by default ιδεολογία.
Ποια είναι τα φιλοσοφικά, ας πούμε, προβλήματα: πρώτον, η πολιτική ορθότητα κατευθύνεται εναντίον προθέσεων, όχι πράξεων. Ενώ η άκρα δεξιά, οι εθνικιστές, οι θρησκομανείς και οι αναρχοφασίστες (οι οποίοι, είναι, παρεμπιπτόντως, "politically correct") ασκούν σωματική βία στους εχθρούς τους, η αριστερή και κεντρώα πολιτική ορθότητα ασκεί ψυχική και νομική πίεση. Συχνά, στόχος της είναι αυτό που αποκαλεί «φοβίες»: ισλαμοφοβία, ομοφοβία, ξενοφοβία, τρανσοφοβία, χοντροφοβία - τα άτομα κατηγορούνται για τις ανησυχίες τους οι οποίες πρέπει να κατασταλούν προκειμένου να θριαμβεύσει η ανοιχτή κοινωνία. Δεύτερον, σύμφωνα με την πολιτική ορθότητα, ο κόσμος ερμηνεύεται μέσω τριών εννοιών και μόνον: τον ρατσισμό, τον σεξισμό και τον φασισμό - μια υπεραπλούστευση που χρονολογείται από την εποχή της μαρξιστικής κυριαρχίας στη σκέψη· από την εποχή του cultural marxism. Οσο για τους πολιτικά ορθούς διανοουμένους απομονώνονται σε ένα διανοητικό campus, περίκλειστο και αυτάρεσκο: ενώ στον ευρύτερο κόσμο επιμένει ο φασιστοειδής εθνικισμός, σ' αυτό το campus εκτυλίσσεται διάλογος γύρω από την καλοήθεια, ακόμα και την αναγκαιότητα, της αντιρατσιστικής, αντισεξιστικής και αντιφασιστικής βίας. Η αντίφαση είναι προφανής: αν και το αίτημα φαίνεται η πλουραλιστική κοινωνία, απαιτείται σκέψη ομοιόμορφη και ενιαία· όποιος αποκλίνει χαρακτηρίζεται εξτρεμιστής, φοβικός και φασίστας.

30.5.18

ΤΟ QUEER ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ - 8


Μπείτε στον καλιαρντό κόσμο των Glam Slam!
Μία παράσταση-happening που δεν αντέχει τα ταγιέρ
Γιάννης Νένες (athensvoice.gr, 30/5/2018)0
Αναποδογυρισμένο, τρελό, άναρχο θέατρο σαν ένα παραλήρημα με φίλους. Μέσα στην παρέα ήρωες και φιγούρες που μοιάζουν να βγήκαν από φελινικό τσίρκο, από παλιά μπουλούκια, από το καλύτερο gay club της Νέας Υόρκης, από avant-garde καλλιτεχνική ομάδα. Αγόρια και θηρία, κορίτσια και drag queens, αρκούδες και μπαλαρίνες, νεοέλληνες της πιάτσας και παλαιστές. Και πάλι δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς τι είναι το Glam Slam! Θα μπορούσα να πω ότι θυμίζει την παρέα του John Waters στη Βαλτιμόρη, στις αρχές των 70s, την εποχή του Pink Flamingos και της υπερ-περσόνα Divine. Από την άλλη θα μπορούσα να ρωτήσω τους ίδιους τους Glam Slam!, «τι είναι αυτό το πράγμα;».
Η επιμελητική ομάδα-πυρήνας του Glam Slam! είναι o Φιλ Ιερόπουλος, o Νίκος Γεωργίου, η Νατάσα Διαβαστή και o Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος. Μπείτε στο κόλπο και ακολουθήστε τους:
Βοηθήστε με. Δεν μπορώ. Τι είναι το Glam Slam!;
Το Glam Slam! είναι μια ανοιχτή performance art πλατφόρμα για την παρουσίαση έργων που δεν χωράνε στα στενά πλαίσια μιας «θεατρικής παράστασης», αλλά συμβαίνουν ζωντανά μπροστά σε κοινό. Μας ενδιαφέρουν τα όρια και ο διάλογος μεταξύ διαφόρων ειδών περφόρμανς, τα οποία συχνά ανήκουν σε διαφορετικούς χώρους: το devised θέατρο, ο πειραματικός χορός & το body art, το μουσικοθεατρικό δρώμενο, το drag show, η εννοιολογική τέχνη και περφόρμανς, το καμπαρέ/μπουρλέσκ, το stand-up, η ποίηση & το spoken word, το διαδραστικό happening κλπ κλπ. Στηρίζουμε έργα που έχουν διερευνητική και πειραματική διάθεση, και γενικά προτιμάμε τα καλιαρντά/κουήρ από τα υπερσόβαρα/υπαρξιακά.
Δύσκολη υπόθεση, ειδικά για να βρει τη θέση του σε ένα θεατρικό τοπίο όπως αυτό της Αθήνας. Ποια είναι η σχέση σας με το θέατρο σε αυτή την πόλη;
Το ελληνικό θέατρο είναι πολύ «θεατρένιο». Εκτός από το ότι ανεβάζουν ακόμα Οιδίποδες και τέτοια (που πραγματικά δε μας αφορούν), επίσης κάπως όλοι νιώθουν πως πρέπει η παράσταση τους να είναι ένα αριστούργημα που να μιλάει για το ανθρώπινο δράμα και ποτέ δεν υπάρχει χώρος για κάτι πιο μικρό, λιγότερο βαρύγδουπο, αλλά και για πιο μικρές παραγωγές ή μονόπρακτα, κάτι μικρότερης διάρκειας. Στην Αθήνα δεν υπάρχει σκηνή περφόρμανς που να μην είναι αυστηρά θεατρική, αλλά ούτε και γκαλεριστική/μουσειακή, να είναι πιο καμπαρένια, πιο βαριετένια, όπως κάποτε πχ ήταν τα μπουλούκια. Αυτή η παράδοση έχει εκλείψει. Στη Γερμανία αυτό το λένε “Bühne”, που σημαίνει σκηνή, δηλαδή τέχνες της σκηνής. Τέχνη της σκηνής δεν είναι μόνο το θέατρο, είναι και η μουσική, το τσίρκο, η κωμωδία και πολλά άλλα.
Μήπως είσαστε performance artists και δεν το ομολογάτε; Μήπως ανήκετε περισσότερο στο χώρο των καλών τεχνών και των projects;
Μέχρι στιγμής έχουμε σίγουρα πιο πολλές συμμετοχές από άτομα με τέτοιο background παρά θεατρικό, οπότε ίσως με έναν τρόπο σχετίζεται το πρότζεκτ πιο πολύ με το λεγόμενο performance art, αλλά ούτε κι αυτό μας ταιριάζει ακριβώς, γιατί οι γκαλερί και τα μουσεία είναι για τα ταγιέρ και δε μας αφορούν. Στηρίζουμε την ιδέα του να κάνουμε διασκεδαστικά events, entertainment που λέμε και pop με απεύθυνση σε ευρύτερο κοινό. Θα μας χαρακτηρίζαμε art-pop θέαμα.
Πώς φτιάχνετε λοιπόν, το πρόγραμμά σας;
Τα acts τα αποφασίζει κάθε φορά η επιμελητική ομάδα. Υπάρχει ένας σταθερός πυρήνας ατόμων που συμμετέχουν είτε ως περφόρμερς είτε ως παραγωγοί σε κάθε event, λίγο σαν δημιουργική οικογένεια γύρω από το Glam Slam!. Μετά υπάρχει ο ευρύτερος κύκλος αυτών των ατόμων, ο καθένας μας ανήκει σε έναν ελαφρώς διαφορετικό χώρο και δημιουργικό πλαίσιο. Και φυσικά, υπάρχει το ανοιχτό κάλεσμα, το οποίο ελπίζουμε να έχει όλο και μεγαλύτερη απήχηση, γιατί από την αρχή θέλαμε το Glam Slam! να είναι μια ανοιχτή πλατφόρμα.
Όπως είπατε πριν, αλλά και στο ανοιχτό κάλεσμα, προτιμάτε «τα καλιαρντά/κουήρ από τα υπερσόβαρα/υπαρξιακά». Εξηγήστέ το μου αυτό.
Στις ελληνικές τέχνες υπάρχει μια παρανόηση πως για να μιλήσεις για κάτι βαθύ ή να δημιουργήσεις ένα περίπλοκο διαλεκτικό έργο, πρέπει να το κάνεις και με την ανάλογη σοβαροφάνεια. Εξ’ ού και η ελληνική κωμωδία είναι είδος που πραγματικά πάσχει. Εμείς δε συμφωνούμε καθόλου μ’ αυτό και πιστεύουμε ότι για να μιλήσουμε για τις ζωές μας και τη φάση μας σε βάθος πρέπει αναγκαστικά να μπούμε όχι μόνο στο αστείο, αλλά και στο trash, στο camp, στο kitsch, στο υπερβολικό. Ο υπαρξιακός μοντερνιστικός μινιμαλισμός που βλέπουμε να επικρατεί γενικά στους χώρους και θεσμούς τέχνης στην Ελλάδα δε μιλάει για το πού βρισκόμαστε σήμερα, δεν έχει κανένα πολιτικό βάρος.
Τα events σας λειτουργούν με ελεύθερη συνεισφορά, πώς και πήρατε αυτή την απόφαση; Λειτουργεί αυτό;
Θέλουμε το event μας να είναι προσιτό οικονομικά σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα είμαστε τελείως κατά της απλήρωτης καλλιτεχνικής εργασίας και πριν το πρώτο Glam Slam! είχαμε ήδη συμφωνήσει ότι θα δώσουμε στα περφόρμανς της σκηνής μια μικρή αμοιβή (honorarium) ό,τι και να γινόταν με το κουτί συνεισφοράς. Είναι μια δύσκολη ισορροπία, αλλά ευτυχώς μέχρι στιγμής, το κουτί έχει καλύψει αυτό το κόστος και κάποια ακόμα έξοδα παραγωγής. Ελπίζουμε να πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο!
Θα μπορούσατε να φανταστείτε το Glam Slam! σε ένα πιο θεσμικό πλαίσιο;
Σίγουρα κομμάτι της γοητείας αυτού που κάνουμε είναι πως συμβαίνει στο Cabaret Voltaire, έναν χώρο που όχι μόνο θεσμικός δεν είναι, αλλά ούτε οι χίπστερς έχουν καλα-καλά ανακαλύψει. Αλλά είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις και σ’ αυτή τη φάση συζητάμε να κάνουμε το τέταρτο Glam Slam! στα πλαίσια του ετήσιου φεστιβάλ περφόρμανς της ΑΣΚΤ.
Πότε είναι το επόμενο Glam Slam! και τι να περιμένουμε;
Το επόμενο Glam Slam! είναι την Παρασκευή 22 Ιουνίου, όπως συνήθως στο Cabaret Voltaire στο Μεταξουργείο. Να περιμένετε μία glam βραδιά με εκρηκτικές performances, μία φαντασμαγορική hostess, αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα. Αλλά όπως και από το πρώτο event μας ήδη, δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε το line-up, πρέπει να ’ρθείτε!

9.3.18

ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ... - 1

Since achieving marriage rights, there’s been a radicalization of the movement’s ideology and rhetoric

"The gay-rights movement achieved its biggest gains when we worked against polarization, reached out across the spectrum, emphasized the human rather than the political, and did the key, hard educational work in our families, schools, churches, and neighborhoods. Too many seem eager to forget those lessons"

"Above all, they have advocated transgenderism, an ideology that goes far beyond recognizing the dignity and humanity and civil equality of trans people into a critique of gender, masculinity, femininity, and heterosexuality. “Live and let live” became: “If you don’t believe gender is nonbinary, you’re a bigot.” I would be shocked if this sudden lurch in the message didn’t in some way negatively affect some straight people’s views of gays"



ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΣΑΙ, ΛΕΝΕ, ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΙΝΕΣΑΙ


8.3.18

TO QUEER ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ - 7


 –Τι σημαίνει queer και πόσο δύσκολο είναι να γίνει αντιληπτό από την ελληνική παράδοση;
Άλεξ Δημητρίου:  Η λέξη queer προέρχεται από μόνη της από μια άλλη γλώσσα, την αγγλική. Αν κοιτάξεις στο λεξικό ή στην εγκυκλοπαίδεια θα δεις ότι η λέξη queer βασικά σημαίνει κάτι περίεργο, εκκεντρικό, κάτι έξω από το συνηθισμένο, ή ακόμα και περίεργο αίσθημα αδιαθεσίας. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε αρχικά από λευκούς, αρτιμελείς, ετεροκανονικούς cis άντρες για να χαρακτηρίσουν γκέι άντρες (βλ. το παράδειγμα του Oscar Wilde). Από κει και πέρα χρησιμοποιήθηκε πιο εκτενώς στον αγγλόφωνο κόσμο από την κυρίαρχη κουλτούρα για να χαρακτηρίσει άτομα που δεν έκαναν conform με αυτό που θεωρείτο κανονικό.
Κάποια στιγμή στα late 80s και πιο επίσημα στα early 90s η λέξη αυτή άρχισε να χρησιμοποιείται επανοικειοποιημένη από την ακτιβισική και ακαδημαϊκή σκηνή. Οπότε καταλαβαίνεις ότι η χρήση αυτής της λέξης είχε ένα νόημα και ένα βάρος, τα οποία δεν μεταφράζονται πολιτισμικά σε άλλες γλώσσες. Δε λέω ότι η λέξη queer στην ελλάδα [sic] δε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ή ότι δεν έχει νόημα, απλά δεν έχει το ίδιο effect που είχε σε αγγλόφωνες σκηνές.
Μια ελληνική μετάφραση της λέξης queer με την έννοια του ατόμου που αποκλίνει από μια κυρίαρχα καθορισμένη κανονικότητα είναι «ανώμαλη/ανώμαλος», αν αναφερθούμε σε ένα άτομο, ή ως ανωμαλία αν μιλάμε για «το queer». Όταν μιλάμε τώρα για παράδοση, μιλάμε για κάτι που πάει πολλά χρόνια πίσω, ίσως και αιώνες, μια πρακτική που έχει γίνει συνήθεια, κανονικότητα και που ίσως χωράει κάποιες μικρές (παρ)αλλαγές, αλλά in its core δεν μπορεί να αλλάξει. Όταν μιλάμε για παράδοση, και δη ελληνική, μιλάμε για κάτι που θεωρείται άκρως λευκό (however contested this can be), ετεροκανονικό και ούτω καθεξής, αλλά και ως κάτι που είναι πολύ βασισμένο στη γλώσσα. Αν λοιπόν η γλώσσα αυτής της παράδοσης δεν περιέχει τη λέξη queer, τότε πώς να την αντιληφθεί; Να στο πω πιο απλά, αν πω στη γιαγιά μου «γιαγιά είμαι queer», θα πει «εντάξει παιδάκι μου, ό,τι θες, αυτά τα νέα επαγγέλματα δε τα ξέρω όλα». Αν όμως της πω, γιαγιά, «είμαι ανώμαλη», θα πει, «γιατί παιδί μου το λες αυτό;» Ή θα πει, «μα καλά δεν ντρέπεσαι», ή μπορεί και να πει «εντάξει παιδί μου, ό,τι θες, εγώ σ’αγαπώ όπως και να είσαι». Κάτι θα έχει καταλάβει πάντως.Αυτό έκαναν και διάφορες ακτιβιστικές ομάδες που παρήγαγαν υλικό (π.χ. «Τα Τέτχοια», «Πουστιά και Όλεθρος», «QVzine») και χρησιμοποιούσαν λέξεις όπωςπούστης, ανώμαλος, αδερφή κλπ. Θεωρώ ότι χρειαζόταν να γίνει αυτό, για να ακουστούν ξανά όλες αυτές οι λέξεις που μας έχουν στοιχειώσει από μικρά και να προκαλέσουν ένα είδος σοκ που πρέπει να έχει αρχικά ως εφέ αυτή η επανοικειοποίηση.

  –Πώς μπήκες στην queer σκηνή;
Εγώ άρχισα να γνωρίζω και να μπαίνω στην ελληνική κουηρ σκηνή το 2012 περίπου. Ζω στο Βερολίνο από το 2007 και πριν φύγω δεν γνώριζα κανένα άτομο από τη φεμινιστική και κουήρ σκηνή. Το πιο κοντινό που ήξερα σε κάτι εκτός του συνηθισμένου από τον κυρίως στρέιτ κόσμο της μουσικής και κινηματογράφου όπου ανήκα, ήταν η Μαρία Cyber, η οποία είχε κάνει το πρώτο Porn Film Festival στην Αθήνα το 2007, λίγο πριν φύγω για Βερολίνο.
Από τότε και μέχρι το 2012 που έκανα κάποιες πρώτες επαφές με τον πιο underground κοσμο, είχα σχέσεις με τα φεστιβάλ και εκδηλώσεις που οργάνωνε η Cyber στην Αθήνα (όπως το Outview, το Athens Porn Film Festival), διάφορες προβολές και εκθέσεις με το σκηνοθέτη και καλλιτέχνη Bruce LaBruce, μιας και εγώ δούλευα και συνεχίζω να δουλεύω για τον Jürgen Brüning (κινηματογραφικό παραγωγό και παραγωγό των περισσότερων ταινιών του LaBruce αλλά και ιδρυτή του Berlin Porn Film Festival), τον οποίο γνώρισα μέσω της Cyber.
Στο Βερολίνο γνωρίστηκα το 2009 με το Φιλ (filtig) και κάναμε μαζί μεταξύ άλλων τα art events Dadatek με θεματικές και concept βασισμένα στο Dada και το post-punk που μας ενδιέφεραν πάρα πολύ, ζώντας σε μια πόλη όπου το techno υπήρχε παντού και είχε αποβλακώσει τους πάντες. Όταν ο Φιλ γνώρισε το Φοίβο το 2012 και άρχισε να μαθαίνει για το τι γίνεται στην ελληνική κουήρ σκηνή μου είπε, «έχω γνωρίσει κάποια άτομα που πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσεις». Οι γνωριμίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και πολύ σύντομα ήρθε στις ζωές μας η Λουίζα Δολόξα, μια περφόρμανς αρτιστ από τη Θεσσαλονίκη, με την οποία φτιάξαμε τη μπάντα «Τα Τρωκτικά».
Νομίζω Τα Τρωκτικά για μένα ήταν το σημείο εκκίνησης της ύπαρξής μου στην ελληνική κουήρ σκηνή, παρόλο που κανένα από τα τρία μέλη (εγώ, λουίζα, φιλ) δεν έμενε τότε στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο το γεγονός ότι παρά το ότι ζούσα τόσα χρόνια στο Βερολίνο και ήμουν μέσα στην τοπική κουήρ σκηνή (κυρίως μέσα από τη δουλειά μου στο Porn Film Festival), ένιωθα ότι υπήρχε μια απόσταση που γεφυρωνόταν πολύ αργά. Δεν ένιωθα ότι ανήκα ακριβώς εκεί ή ότι υπήρχε ένα mutual understanding αυτών που εγώ ήθελα να κάνω σε σχέση με αυτά που γίνονταν εκεί. Δε λέω ότι δεν υπήρχαν πράγματα που μου άρεσαν ή έκανα identify, αλλά ήταν λίγα και συνέβαιναν αραιά (π.χ. το entzaubert diy film festival). Ερχόμενη στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2013 για να κάνουμε το πρώτο live ως Τρωκτικά στο θέατρο Εμπρός, ένιωσα για πρώτη φορά ότι προσγειώθηκα σε μια νέα Αθήνα που δεν ήξερα πριν, σε μια σκηνή που με ήθελε για μέλος της και σε ένα κοινό που είχε ανάγκη αυτό που κάναμε. Ήταν απίστευτο συναίσθημα.

  –Τι έχει αλλάξει μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια στην queer έκφραση στην ελληνική τέχνη;
Αυτό που θεωρώ ότι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο χώρο της τέχνης είναι ότι υπάρχουν επιτέλους άτομα που δεν παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά και they are very serious about it. Υπάρχουν δυστυχώς και αυτά που πιστεύουν ότι δεν τον παίρνουν αλλά αυτό που κάνουν είναι τελείως χίπστερ uninformed σοβαροφανές και είναι σημαντικό να γίνει αυτός ο διαχωρισμός. Αλλά τουλάχιστον έχει γίνει ένα departure από την απόλυτη σοβαρότητα, η οποία μέσα της κρύβει ρατσισμούς, σεξισμούς, εθνοπερηφάνειες και για να επιστρέψω στην αρχή της συζήτησης, και πολλές επικίνδυνες παραδόσεις. Παρακολουθώντας τη Μπιανέλλα [σ.σ. Μπιενάλλε] από κοντά το 2013 και όντας στην οργανωτική ομάδα του Sound Acts, είδα ότι δεν είναι εύκολο να προσελκύσεις κοινό με αυτή τη προσέγγιση στη τέχνη, ακόμη και το κουήρ κοινό.
Το ελληνικό κοινό αντιστέκεται σε αυτού του είδους την κριτική είτε γιατί δεν την καταλαβαίνει πάντα, είτε γιατί δεν ταυτίζεται 100% με αυτήν και μάλλον ίσως επειδή το κάνει να αμφιταλαντεύεται. Μέρος της ελληνικής κουήρ κοινότητας, από την άλλη, έχει καταβολές στην αναρχία, με αποτέλεσμα να μην υποστηρίζει πράγματα που με οποιοδήποτε τρόπο συνδέονται με κάποιο θεσμό ή έχουν πάρει κάποιο grant ή χρηματοδότηση. Για παράδειγμα, το κουήρ κοινό στήριξε το Sound Acts περισσότερο τα δύο πρώτα χρόνια που ήταν μη χρηματοδοτούμενο και diy, ενώ την τρίτη χρονιά που δέχτηκε χρηματοδότηση θεωρώ ότι υπήρχε πιο σποραδική στήριξη. Το ίδιο ισχύει για κουήρ χώρους αυτοοργανωμένους σε σχέση με χώρους που ίσως κάποια στιγμή δέχτηκαν κάποια χρηματοδότηση. Επίσης έχει να κάνει και με το κατά πόσο το θέαμα σχετίζεται με κάποιο άτομο οικείο στο κοινό. Σίγουρα έχει διαφορά στην προσέλευση αν μέσα στα περφόρμανς που παρουσιάζονται συμμετέχει κάποιο άτομο από την κοινότητα ή όχι.

Άλεξ Δημητρίου είναι κουρατόρα και περφόρμερ που κινείται μεταξύ Βερολίνου και Αθήνας. Οργαώνει φεστιβάλ ή περφρομάρει σε διάφορα ιβέντ. Το 2016 συνεπιμελήθηκε το LGBTQI Outview Film Festival, το 2017 το Gender Fest και ήταν μέλος της οργανωτικής ομάδας του DIY περφόρμανς φεστιβάλ sound acts το 2015 και 2017. Συνήθως εμφανίζεται κάτω από το ψευδώνυμο Μεταθεοδοσία και παλαιότερα ως ΜΕΤΑ στην κουήρ μπάντα Τα Τρωκτικά. Στο Βερολίνο εργάζεται ως μεταφραστέξ και υποτιτλιστέξ, σε κινηματρογραφικές παραγωγές  

«Νομίζω “Τα Τρωκτικά” για μένα ήταν το σημείο εκκίνησης της ύπαρξής μου στην ελληνική κουήρ σκηνή, 
παρόλο που κανένα από τα τρία μέλη (εγώ, λουίζα, φιλ) δεν έμενε τότε στην Ελλάδα.»

7.3.18

ΤΟ QUEER ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ - 6


  –Πότε το εγχώριο queer κίνημα αποσαφήνισε τον χαρακτήρα του;
Πέρα από τις πρώτες πολιτικές ομάδες, φανζίν και κινηματικούς χώρους (αυτόνομους, κατειλημμένους, κλπ), το queer στην Ελλάδα τροφοδοτήθηκε από την επίσκεψη της Judith Butler στην Αθήνα το 2009, τη μετάφραση του έργου της και τη διασπορά των ιδεών της μέσα από ένα περιβάλλον που καλλιέργησαν η Αθηνά Αθανασίου και άλλες σημαντικές διανοήτριες και ακαδημαϊκοί, οι οποίες έκτοτε αρθρώνουν συστηματικά λόγο πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Έξω από την ακαδημία, η συγκρότηση του queer λόγου και των συναφών πρακτικών επιταχύνθηκαν από τη δυσφορία που προκάλεσε η εισαγωγή του Athens Pride. Εκεί δημιουργήθηκε μια ανάγκη διάκρισης ανάμεσα σε φαινομενικά όμοιες αλλά κατά βάση πολύ διαφορετικές διεκδικήσεις.
Το queer αντιδιαστέλλεται με άλλα μορφώματα που διεκδικούν την ελευθερία δικαιωμάτων στη σεξουαλική επιλογή και το φύλο, ως προς τα ευρύτερα ιδεολογικά διακυβεύματα που θέτει. Συνοπτικά ας πούμε πως είναι ένα κίνημα πολιτικής χειραφέτησης που αρνείται την κοινωνική αναπαραγωγή των ετεροκανονικών δομών εξουσίας και καθορισμού των υποκειμένων. Υπό αυτή την έννοια είναι εξ ορισμού αντικαπιταλιστικό, αντιπατριαρχικό, αντιεθνικιστικό κλπ, κάτι που δεν ισχύει για άλλες ιστορικές μορφές έμφυλης και σεξουαλικής διεκδίκησης, δηλαδή το queer έχει έναν διευρυμένο ριζοσπαστικό χαρακτήρα.
  –Με αυτή την ευρεία προσέγγιση τι εκφράσεις queer μπορούμε να βρούμε στην εγχώρια τέχνη;
Αν δεχτούμε ότι το queer φέρει στον πυρήνα του το αίτημα του αλλόκοτου (μάλιστα ως το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του), τότε ο Σκαρίμπας είναι ο αδιαμφισβήτητος πρόδρομος του εγχώριου queer (σκόπιμα δεν το αποκαλώ ελληνικό). Υπάρχει το δικαίωμα στο αλλόκοτο λοιπόν που αρθρώνεται εδώ. Το δικαίωμα σε μια ρευστή ταυτότητα, ή πιθανώς σε μια ύπαρξη έξω από ταυτότητες, μια ύπαρξη ανισόρροπη, ενδεχομενική, συνεχώς μεταλλασσόμενη, ευάλωτη και μαζί επιθετική μέσα από την υπονόμευση που επιτελεί αυτή ακριβώς η ασταθής και συνεχώς διαφεύγουσα πορεία, η μη συναίνεση στην καθήλωση του νοήματος. Ίσως ο Μαριάμπας να είναι λοιπόν η πιο εξέχουσα και παραδειγματική μορφή queer που έχει να δείξει η ελληνόφωνη λογοτεχνία. Μιλώντας για τη σύγχρονη τέχνη, στα δυο άκρα του discourse που εκτυλίσσεται τώρα στην Αθήνα, βλέπω αφενός το επιτελεστικό ευφυολόγημα ή το acting out (ως φροϋδική εγγραφή τραύματος-επανάληψης) και αφετέρου την κλινική του αρχείου ή τον αποστειρωμένο τεκ-γοτθισμό, που ολισθαίνουν εξίσου σε μια -κάθε άλλο παρά queer-συστημική αναπαραγωγή. 
Υπό αυτήν την προοπτική, η πιο ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική πρακτική που είδα έστω και λοξά μέσα από τη λογική του queer τα τελευταία χρόνια, είναι η έκθεση της Ελένης Μυλωνά «Το καταραμένο φίδι» στο Μουσείο Μπενάκη. Και αυτό γιατί ανακάτευε τα βαριά σημαίνοντα του Χατζιδάκι, του Μεγαλέξανδρου και του Καραγκιόζη με την Αραβική άνοιξη και τη μασκαράτα, όλα αυτά φορεμένα πάνω στο δέρμα μιας ώριμης καλλιτέχνιδας που, ίσως και λόγω ωριμότητας, αποτόλμησε να φτιάξει έναν εξωφρενικά χειραφετημένο επιτελεστικό ιστό. Η αντήχηση του παράτονου τραγουδιού της Μυλωνά μέσα στην αίθουσα του μουσείου με ακολουθεί ακόμα. (athinorama.gr)

Η Ευαγγελία Λεδάκη είναι επιμελήτρια εκθέσεων, κριτικός και διδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
Υπήρξε συνιδρύτρια του επιμελητικού project Radical Reading (2014-2016), ενώ έχει επιμεληθεί εκθέσεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Δελφών, τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, το Θέατρο Τέχνης, το Circuits and Currents και το Point Centre for Contemporary Art (Κύπρος).

5.3.18

ΤΟ QUEER ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ - 5

Ο Σταύρος Παραβάς έκανε διάσημο τον Φίφη έναν πολύχρωμο, θηλυπρεπή χαρακτήρα 
που εμφανίστηκε σε πολυάριθμες ταινίες της δεκαετίας του ’60

Μια από τις πιο κοινότοπες ερωτήσεις για να σπάσει ο πάγος μεταξύ δύο αγνώστων ήταν η αφορμή για να γνωρίσει το ντόπιο κοινό την πρώτη τρανς πρωταγωνίστρια σε ελληνική ταινία. «Μήπως έχεις μια φωτιά;» ρωτάει η Μίνα Ορφανού τον Γιάννη Κοκιασμένο στη «Στρέλλα» (2009) του Πάνου Κούτρα και μαζί με το τσιγάρο ανάβει το φιτίλι του δράματος που πρόκειται να ζήσουν. Χάρη στη βραβευμένη από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου ερμηνεία της Ορφανού, το ευρύ κοινό ήρθε σε ουσιαστική επαφή με ένα μέρος της queer διάστασης της ελληνικής κοινωνίας που είτε αγνοούσε είτε ηθελημένα προσπερνούσε (αν δεν τη μισούσε κιόλας).
Τι εννοούμε όμως όταν μιλάμε για queer σινεμά; «Ο όρος αναφέρεται στα σημεία όπου η ετεροσεξουαλικότητα απειλείται, υφίσταται κριτική, παρακάμπτεται ή παρουσιάζεται με ασταθή “θεατρική” (performative) ταυτότητα», μας εξηγεί ο Κωνσταντίνος Κυριάκος στο βιβλίο του «Επιθυμίες και Πολιτική: Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016)» (εκδόσεις Αιγόκερως), ένα πολύτιμο σύγγραμμα που όπως προδίδει ο τίτλος του μελετά ενδελεχώς την πορεία του queer στην εγχώρια παραγωγή, μέσα από διάφορα στάδια ως προς την απεικόνιση των ομοφυλοφίλων.
Ο ηθοποιός Σταύρος Παραβάς έκανε διάσημο τον Φίφη, έναν πολύχρωμο, θηλυπρεπή χαρακτήρα-καρικατούρα, ο οποίος εμφανίστηκε σε πολυάριθμες ταινίες της δεκαετίας του ’60 όπως το «Μπετόβεν και Μπουζούκι» (1965) και, με διαφορετικό όνομα, στο «Η Κλεοπάτρα ήταν Αντώνης» (1966). Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν είκοσι χρόνια για να γυριστεί η πρώτη μαζικής απεύθυνσης ταινία με ανοιχτά ομοφυλόφιλο ήρωα, η οποία όπως ήταν φυσικό σόκαρε το κοινό της «Αλλαγής» που όμως κατέκλυσε τις αίθουσες για να δει τον «Άγγελο» (1982) του Γιώργου Κατακουζηνού. Η ταινία δίχασε και δέχτηκε κριτική για την ταύτιση της γκέι ταυτότητας του πρωταγωνιστή με τον αγοραίο έρωτα, παράμετρο που απενοχοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε άριστα δραματουργικά στη «χρυσή εποχή» του ελληνικού queer σινεμά τη δεκαετία του '90.
Σκηνοθέτες όπως ο Χρήστος Βούπουρας, ο Αλέξης Μπίστικας και κυρίως ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης εισήγαγαν μια προσέγγιση των ομοφυλόφιλων χαρακτήρων πέρα από κάθε έννοια στερεοτύπου. Συγκεκριμένα το «Από την Άκρη της Πόλης»(1998) του Γιάνναρη, ταινία-ορόσημο του είδους, ξεπέρασε κινηματογραφικά διαχρονικές αγκυλώσεις της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με την ιδωμένη από μια στρέιτ ματιά διαφορετικότητα, ενώ η ρωσοποντιακή ταυτότητα του πρωταγωνιστή ανέδειξε τις δυσκολίες ενσωμάτωσης του «ξένου» στοιχείου σε μια ξενοφοβική Αθήνα. Οι queer κινηματογραφιστές των ’90s ανέδειξαν μια γκέι ταυτότητα που δεν καταπιέζει τη σεξουαλικότητά της και άνοιξαν το δρόμο για να τον διευρύνει η επόμενη γενιά σκηνοθετών.
Η μοντέρνα έκφανση του queer ξεπερνά τις συνήθεις προσεγγίσεις και μπαίνει σε νέα πλαίσια. Παράλληλα με την προαναφερθείσα «Στρέλλα», παρακολουθούμε φιλμ όπως το «Μέσα στο Δάσος» (2008, Άγγελος Φραντζής) που με διαφορετικά στιλ και κοινή βάση την αφύπνιση της σεξουαλικής επιθυμίας αναδεικνύουν τον πειραματισμό ως κομμάτι της ολοκλήρωσης του χαρακτήρα των κεντρικών ηρώων των ταινιών. Την ίδια περίοδο εμφανίζεται το Outview Film Festival, αποκλειστικά LGBTQ+ θεματικής, που δίνει χώρο έκφρασης σε φιλμ που διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να βρουν το κοινό τους. […]
(athinorama.gr)

3.3.18

ΤΟ QUEER ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ - 4

 –Τι ιδιαιτερότητες και τι χαρακτηριστικά έχει η τοπική queer σκηνή;
Ντιάνα Μάνεση:  Δε θα λέγαμε ότι υπάρχει μια «τοπική queer καλλιτεχνική σκηνή» ακριβώς, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που υφίσταται σε μέρη όπως το Βερολίνο, το Λονδίνο και οι ΗΠΑ, στα οποία έχουν αναπτυχθεί περισσότερες και πιο ποικιλόμορφες διαπραγματεύσεις του τι είναι τελικά queer. Πρόκειται για μέρη που έχουν περάσει μέσα από την άνθιση της γκέι/λεσβιακής υποκουλτούρας τη δεκαετία του '90. Την ίδια δεκαετία στην Ελλάδα, το φεμινιστικό κίνημα είχε αποδυναμωθεί και το LGBT κίνημα, παρότι είχε μεγαλύτερη ορατότητα, τροφοδοτούνταν κατά βάση από ατομικές πρωτοβουλίες ακτιβιστών διασκορπισμένες στον χώρο και στον χρόνο.
Το queer εισάγεται (το 2004 με το QVzine) για να υποδηλώσει μια πιο ριζοσπαστική ανάγνωση στη γκέι και λεσβιακή ταυτότητα με εμφανείς δεσμούς με τον χώρο της αντι-εξουσίας. Επομένως, δεν εμφανίζεται ως μια αντι-ταυτοτική κριτική στο mainstream LGBT, όπως στα μέρη που προαναφέρθηκαν, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να τονιστεί ως τοπική ιδιαιτερότητα. Αυτά τα δύο--queer και LGBT--ακολουθούν παράλληλες διαδρομές στην Ελλάδα που συναντιούνται και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Την τελευταία δεκαετία, σε συνδυασμό και με τη γενικότερη διεύρυνση της ορατότητας των διεκδικήσεων που αφορούν το φύλο και τη σεξουαλικότητα, εμφανίστηκαν πολλά φανζίν, μουσικές πρωτοβουλίες και δρώμενα που είχαν--λιγότερο ή περισσότερο--queer ταυτότητα, διάθεση, στόχευση, απεύθυνση. Οι εκφάνσεις του queer στην Ελλάδα έχουν χαρακτηριστικά που τα βρίσκει κανείς στο queer διεθνώς: την DIY αισθητική, την camp ευαισθησία, την ειρωνεία, την υπερβολή, το drag κτλ. Διαφοροποιητικό στοιχείο τους θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι η (κάποιες φορές μονοθεματική ή μονομερής) κριτική στην ελληνικότητα.
  –Ποιες είναι οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει;
Ντιάνα Μάνεση : Για μας το queer στην ελληνική τέχνη γίνεται πιο ενδιαφέρον όταν αποσταθεροποιεί την (εθνική) σοβαροφάνεια, όταν δε φοβάται να αντιπαρατεθεί με τον στρέιτ καθωσπρεπισμό. Μια από τις πιο σημαντικές προκλήσεις είναι να μην αποπολιτικοποιηθεί, να μην μετατραπεί το queer σε μια πολιτισμική ταυτότητα που χωράει τα πάντα και τους πάντες (στη λογική του anything goes) και κεφαλαιοποιεί άκριτα την κινηματική δουλειά, να μην ξεχάσει τη σημαντικότητα του φεμινισμού στη διαμόρφωσή του και στις πρακτικές του, να επερωτά διαρκώς τον εαυτό του και να αναστοχάζεται για το από πού ξεκίνησε και προς τα πού πηγαίνει. (athinorama.gr)

H Ντιάνα Μάνεση είναι υποψήφια διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Goldsmiths του Λονδίνου, ενώ η Άλκηστη Ευθυμίου είναι ανεξάρτητη ερευνήτρια και απόφοιτος του τμήματος «Φύλο, Κοινωνία, Πολιτική» του Παντείου Πανεπιστημίου.