Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.6.20

OCULTAS

Από τη Χιλή...

22.4.20

MARTYR


Από τον Λίβανο...




For Hassane, a young man from an impoverished neighborhood, life has stopped making sense. All he has left is a close group of friends, brought together by a shared sense of marginalization and hopelessness. Hassane’s strange sudden drowning at Beirut’s rocky shore sparks a mob procession and strips apart the bond of youth and friendship, forcing his friends to grapple with loss and powerlessness, and with the cold heavy truth of their friend’s dead body. The funeral is transformed into a heartfelt farewell to the beauty and sensuality of life, youth, friendship, and love.

18.1.20

EDEN

Από την Πορτογαλία...

14.10.19

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ


Το Πορτρέτο Μιας Γυναίκας Που Φλέγεται


Διηγούμενη σύγχρονες ιστορίες θηλυκής ενηλικίωσης, η Σελίν Σιαμά καθιερώνεται ταινία την ταινία (από το «Water Lillies» στο «Αγοροκόριτσο» και από εκεί στα «Κορίτσια») ως μία από τις δυναμικότερες νέες δημιουργούς του ευρωπαϊκού σινεμά. Χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο τη θεματική της, γράφει και σκηνοθετεί τώρα για πρώτη φορά ταινία εποχής, η οποία και πάλι εστιάζει στην αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας σε έναν κόσμο με ασφυκτικά, φαλλοκρατικά στερεότυπα.
Όπως εκείνος του 18ου αιώνα, στα τέλη του οποίου η Μαριάν καταφθάνει μέσα από την ανταριασμένη θάλασσα σε ένα νησάκι της Βρετάνης. Μια Ιταλίδα αριστοκράτισσα της έχει αναθέσει να ζωγραφίσει το πορτρέτο της κόρης της Ελοΐζ, η οποία σύντομα θα παντρευτεί έναν άγνωστό της, πλούσιο άντρα. Κι επειδή εκείνος θα πρέπει να έχει μια εικόνα της μέλλουσας συζύγου του, ο πίνακας είναι μια οικογενειακή υποχρέωση που οφείλει απαραιτήτως να ικανοποιηθεί. Η Ελοΐζ όμως αρνείται να ποζάρει και μια προηγούμενη προσπάθεια απέτυχε παταγωδώς. Έτσι η Μαριάν πρέπει να συνοδεύει τη μέλλουσα νύφη στους καθημερινούς περιπάτους της, λέγοντάς της πως γι’ αυτό προσελήφθη, και τις ελεύθερες ώρες της να ζωγραφίσει το πορτρέτο από μνήμης και στα κρυφά.
Τροφοδοτώντας μας με λίγα μα σημαντικά στοιχεία για τον κόσμο που περιβάλλει την απομονωμένη έπαυλη (οι απόψεις της μητέρας της Ελοΐζ, η εγκυμοσύνη της υπηρέτριας), η Σιαμά εστιάζει στη σχέση των δύο γυναικών, η οποία δεν αργεί να εξελιχτεί σε σφοδρό έρωτα. Και αυτός, εξαρχής καταδικασμένος κοινωνικά, θα μετασχηματιστεί σε μια περιπέτεια αυτογνωσίας με υψηλό τίμημα για τις δυο τους. Γι’ αυτό και η αρχική σκηνή επιμένει στην κοπιώδη άφιξη της Μαριάν στο νησί (η γνώση κερδίζεται με κόπο), ενώ η αριστουργηματική τελευταία είναι πλημμυρισμένη από τα δάκρυα χαράς, οδύνης και ταυτόχρονα βαθιάς συνειδητοποίησης της Ελοΐζ.
Ενδιαμέσως, η δραματική προσέγγιση των δύο ηρωίδων γίνεται μέσα από μια σειρά βλεμμάτων, τα οποία ενορχηστρώνονται με σκηνοθετική δεξιότητα που εντυπωσιάζει. Γεωμετρημένο κάδρο, κουστούμια με έντονα χρώματα, καθαρή ημερήσια και ατμοσφαιρική νυχτερινή φωτογραφία, μοντάζ εκφράσεων και σιωπών και «από κάτω» ένας χείμαρρος ορμητικών αισθημάτων. Αυστηρές μα τόσο λυρικές κι αισθαντικές, οι εικόνες αυτού του «Πορτρέτου…» πάλλονται το ίδιο αθόρυβα όσο και οι εξωτερικά συγκρατημένοι αλλά ψυχικά παθιασμένοι χαρακτήρες.
Η Σιαμά σπαράζει μαζί τους και ταυτόχρονα αποτυπώνει μεθοδικά το πώς, υπό το βλέμμα της μιας (ερωτευμένης) γυναίκας, η άλλη μεταμορφώνεται και απελευθερώνεται, σχολιάζοντας διακριτικά τη σχέση οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας με τη σεξουαλικότητα, όπως και αυτή της διαρκώς μεταβαλλόμενης, πολυσήμαντης πραγματικότητας με την αναπαράστασή της – τη ζωγραφική και φυσικά το ίδιο το σινεμά. (athinorama.gr)

27.5.19

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΜΟΥ

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Κεκάτος κατάφερε να κερδίσει το βραβείο Queer Palm και το Χρυσό Φοίνικα Μικρού Μήκους στο Φεστιβάλ των Καννών 2019.


Πώς θα περιέγραφες την ταινία; 
Βασίλης Κεκάτος- Είναι μια ερωτική ιστορία για δύο νεαρούς άνδρες που συναντιούνται τυχαία σε ένα ξεχασμένο βενζινάδικο και βρίσκουν ο ένας τον άλλον. Είναι μια ταινία για το θαύμα που μπορεί να συμβεί στο πιο ανέλπιστο μέρος.
Τι ήταν αυτό που σ’ έσπρωξε να αφηγηθείς αυτήν την ιστορία; 
- Η απόκοσμη ομορφιά των φωτισμένων βενζινάδικων στη νυχτερινή ερημιά και η ανάγκη να μιλήσω για δυο γκέι χαρακτήρες, εστιάζοντας στις επιθυμίες και στις πράξεις τους, όπως προκύπτουν όχι λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας αλλά λόγω της νιότης τους και της, κοινής με όλους, ανάγκης τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Αν πάρεις το βραβείο στις Κάννες, που θα το αφιερώσεις;
- Αν κέρδιζα τον "Χρυσό Φοίνικα" θα τον αφιέρωνα στους ηθοποιούς μου Νικολάκη Ζεγκίνογλου και Ιώκο Ιωάννη Κοττίδη, στον διευθυντή φωτογραφίας Γ. Βαλσαμή, στην παραγωγό Ελένη Κοσσυφίδου και στους υπόλοιπους συνεργάτες και φίλους, γιατί χωρίς αυτούς δε θα υπήρχε αυτή η υποψηφιότητα. Επίσης, θα τον αφιέρωνα στη μνήμη του Σπύρου Κεκάτου, αδελφού του πατέρα μου, ο οποίος ήταν ομοφυλόφιλος και με τη στάση ζωής του μου δίδαξε το πως είναι να παραμένεις δυνατός και ακέραιος σε μια κοινωνία που θέλει να σε αλλάξει για να της μοιάσεις και να μπορεί να κοιμάται πιο ήσυχα τα βράδια. (ethnos.gr, 22/5/2019)


Είναι η ταινία μια εξερεύνηση μιας ομοερωτικής επιθυμίας που ξεκινάει από ένα βίωμα, μια ιστορία που έχεις ακούσει, μια φαντασία ή μια φαντασίωση;
-    Ολα μου τα σενάρια ξεκινούν από ένα τοπίο που με έχει συγκινήσει. Φαντάζομαι ιστορίες που θα ήθελα να αφηγηθώ μέσα σε αυτό. Γιατί όλα τα τοπία είναι κενά αν δεν τα έχει ακουμπήσει το ανθρώπινο αποτύπωμα. Σε δεύτερο χρόνο και κυρίως από περιέργεια μπαίνω πάντα στη διαδικασία να αναρωτηθώ ποιο είναι αυτό το προσωπικό μου βίωμα που βρίσκεται πίσω από το τοπίο που με συγκίνησε και από την ιστορία που φαντάστηκα. Η “Απόσταση” λοιπόν εν προκειμένω εκκινεί από το ότι υπήρχε στην οικογένεια μου ένας άνθρωπος, ο αδερφός του πατέρα μου, ο οποίος ήταν ομοφυλόφιλος. Από πολύ μικρός συνήθισα να βλέπω τους γονείς μου να τον αγαπούν άνευ όρων, χωρίς ποτέ η σεξουαλική του προτίμηση να καθορίσει ή να επηρεάσει τη σχέση τους. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι αυτό ακριβώς ήταν που κράτησε το θείο μου όρθιο απέναντι σε όλη την περιρρέουσα ασχήμια που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει. Αν λοιπόν η “Σιγή των Ψαριών” ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα ομάζ στον παππού μου, τότε η “Απόσταση” είναι ένα ομάζ στον θείο μου. Και στις δύο ταινίες, χωρίς φαντάζομαι να πρωτοτυπώ, στην ουσία δεν κάνω τίποτε άλλο από το να αποκαθιστώ μέσω της φαντασίας μου τα παιδικά βιώματα που με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα. 

Στο τέλος της ημέρας όμως, η ιστορία αυτή αφορά δυο άνδρες, αλλα θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά δυο γυναίκες, ή έναν άνδρα και μια γυναίκα. Αρκεί να επρόκειτο για δύο ανθρώπους που έλκονται μεταξύ τους και τους αξίζει κατι παραπάνω απο τη μοναξιά τους.

Που ακριβώς τοποθετείς την ταινία σε μια ελληνική και μια διεθνή κινηματογραφική queer κουλτούρα;
-   Η ταινία αυτή είναι μια ταινία με gay χαρακτήρες που το πρόβλημα το οποίο έρχονται να αντιμετωπίσουν δεν έχει να κάνει με το ότι είναι gay. Δεν τίθεται ποτέ ζήτημα γι’ αυτό. Κατά αυτή την έννοια, θα έλεγα ότι τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή queer κουλτούρα, η ταινία τοποθετείται σε μια σχετικά νέα περιοχή, όπου το ζήτημα δεν είναι αμιγώς η σεξουαλική ταυτότητα των ηρώων αλλά τα υπόλοιπα στοιχεία που τους συνθέτουν ως χαρακτήρες και δημιουργούν τριβές στη συνύπαρξή τους με τους άλλους. Ταινίες που αντιμετώπισαν με παρόμοιο τρόπο τους ήρωες τους και μου έρχονται κατευθείαν στο μυαλό, είναι προφανώς η ελληνική «Στρέλλα» καθώς και το βρετανικό «Weekend». Και στις δύο περιπτώσεις, η προβληματική δεν τοποθετείται γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα των ηρώων, αλλά γυρώ από άλλα καθολικά ζητήματα της ζωής, όπως ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους, η καταγωγή τους, ή οι οικογενειακοί δεσμοί τους. Προσωπικά, στο queer αυτό ακριβώς είναι που με γοητεύει: ότι -και ετυμολογικά μόνο αν το δεις όπως υφίσταται στην αγγλική γλώσσα- με αφορμή κάτι «γοητευτικά παράξενο», αποκαλύπτονται πυρηνικές πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης. Αυτό νομίζω ήταν πάντα το queer· να δίνεις στον άλλον μια οπτική των πραγμάτων που εώς τότε δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχει. Κάποτε queer στην τέχνη ήταν ένας άντρας ντυμένος γυναίκα. Κι ακόμα πιο πριν queer ήταν ένας άντρας που ξυπνάει μεταμορφωμένος σε κατσαρίδα. Σήμερα, στον Δυτικό κόσμο τουλάχιστον, ακριβώς λόγω των χρόνιων αγώνων και θυσιών που έχουν γίνει σε εποχές που ήταν έγκλημα να αγαπάς όποιον θες και να διαθέτεις αυτοβούλως το σώμα σου, queer μπορεί να είναι ότι ένας άντρας, ένας άντρας που μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα και ένας άντρας ντυμένος γυναίκα, μπορούν να είναι εξίσου μόνοι ή να αναζητούν την αγάπη με τον ίδιο τρόπο που την αναζητούν όλοι οι υπόλοιποι. Queer είναι να ζεις στην εποχή της επικοινωνίας και να μην μπορείς να επικοινωνήσεις· ό,τι κι αν φοράς, όποιον κι αν φιλάς, μ’ όποιον κι αν κοιμάσαι. Κι αυτό είναι εν τέλει και το μεγάλο μάθημα που δίνει η παγκόσμια lgbtq+ κοινότητα: ότι όλοι έχουμε τις ίδιες αγωνίες και οντολογικές ερωτήσεις πάνω στη ζωή. (flix.gr)

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ - 27/5/2019



Ο μικρομηκάς σκηνοθέτης με καταγωγή από την Κεφαλονιά, Βασίλης Κεκάτος κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα για την ταινία  «Η απόσταση ανάμεσα στον ουρανό και εμάς» στο διαγωνιστικό τμήμα του 72ου Διεθνούς Φεστιβάλ των Καννών. Ο Κεκάτος είναι ο πρώτος έλληνας σκηνοθέτης που κερδίζει το Χρυσό Φοίνικα Μικρού Μήκους στο Φεστιβάλ των Καννών.
Ο νεαρός Κεφαλλονίτης σκηνοθέτης που παρέλαβε το βραβείο από την σκηνοθέτρια Κλερ Ντενίς, ήταν εξαιρετικά σεμνός, σύντομος και λιτός στον λόγο του  ευχαριστώντας το φεστιβάλ που τον κάλεσε και όλους τους συνεργάτες του που τον βοήθησαν για την υλοποίηση της ταινίας του.
Δεν είναι πάντως η πρώτη φορά που ο Kεκάτος διεκδικεί βραβεία. Η ταινία του «Zero Star Hotel» είχε κερδίσει στον διαγωνισμό «What’s Next?» του Sundance Film Festival και το σενάριο της ταινίας του The Silence of The Dying Fish επιλέχθηκε στο European Short Pitch του 2017 που διοργανώνεται από τη NISI MASA.


Νύχτα, παλιά Εθνική Οδός. Σ’ ένα ξεχασμένο βενζινάδικο δυο άγνωστοι συναντιούνται για πρώτη φορά. Ο ένας έχει σταματήσει για να βάλει βενζίνη στην μηχανή του. Ο άλλος έχει ξεμείνει εκεί. Για να γυρίσει στην Αθήνα του λείπουν 22.50€. Όσο ακριβώς κοστίζει η απόσταση που τους χωρίζει από τον ουρανό. (in.gr)



5.4.19

ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ 2 - ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΑΝΤΑΜ ΑΛΟΜΑ



Άρ. Δημητρίου: Αυστηρώς ακατάλληλον(εκδ. Οξύ)


3.3.19

ΚΙΝΑ. ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΣΕ ΣΚΗΝΕΣ ΤΟΥ BOHEMIAN RHAPSODY


Tουλάχιστον ένα λεπτό λιγότερο από την ταινία Bohemian Rhapsody θα δουν οι Κινέζοι, καθώς οι αρχές της χώρας αποφάσισαν να «κόψουν» τις ομοφυλοφιλικές σκηνές της ταινίας που μιλάει για τον Φρέντι Μέρκιουρι και τους Queen. 
Όπως αναφέρει το Hollywood Reporter, το «ψαλίδι» ήταν ο μοναδικός τρόπος για να χορηγηθεί άδεια στην ταινία προκειμένου να προβληθεί στους κινηματογράφους της χώρας. 
Θύμα της λογοκρισίας θα πέσουν οι σκηνές στις οποίες ο Ράμι Μάλεκ φιλά άλλους αρσενικούς χαρακτήρες της ταινίας ως Φρέντι Μέρκιουρι. 
Την ίδια στιγμή «μαύρο» θα πέσει και στις σκηνές που δείχνουν χρήση ναρκωτικών. 
Ο Ράμι Μάλεκ έπεσε ξανά θύμα λογοκρισίας από κινεζικό κανάλι που άλλαξε την αναφορά του στους ομοφυλόφιλους κατά την ευχαριστήρια ομιλία του για το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου κάνοντας λόγο για «ειδικές ομάδες». (tovima.gr, 1/3/2019)

15.2.19

OVIL & USMAN


Ο διεθνούς φήμης εικαστικός Δημήτρης Γέρος, εδώ και πολλά χρόνια  ζει για μεγάλα διαστήματα στη Λέσβο,  το νησί που έγινε διάσημο για τους καταυλισμούς προσφύγων και μεταναστών.  Είναι επόμενο λοιπόν να έχει ζήσει την  προσφυγική κρίση  από την ημέρα που έφτασε η πρώτη βάρκα  στην ακτή και την επίδρασή που έχουν  στους κατοίκους του οι εκατοντάδες χιλιάδες δυστυχισμένων ανθρώπων που πέρασαν, και συνεχίζουν να περνούν, από αυτό. Στη Λέσβο  συνάντησε μεταξύ άλλων και δύο νεαρούς ερωτευμένους Μουσουλμάνους, τους Οβίλ και Ουσμάν ,  άκουσε την συγκινητική τους ιστορία,  και αποφάσισε  να την μοιραστεί μαζί μας.  Ας σημειωθεί πως, αν και  παλιότερα ο Δημήτρης Γέρος είχε κάνει έργα Video Art  -ήταν μάλιστα από τους πρώτους εκφραστές αυτής της Τέχνης-  είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με τον κινηματογράφο.
Το ντοκιμαντέρ καταγράφει την εκ βαθέων μαρτυρία του ζευγαριού των οποίων η μόνη επιθυμία ήταν να ζήσουν ελεύθερα μαζί, αφού στις πατρίδες τους  αυτό είναι παράνομο και ως εκ τούτου επικίνδυνο.  Επομένως γι’ αυτούς δεν υπήρχε  άλλη επιλογή από το να αποδράσουν στη Δύση, ακολουθώντας το καραβάνι μεταναστών και προσφύγων που αναγκαστικά περνάει από  την Ελλάδα. Έτσι βρέθηκαν  παγιδευμένοι στον διαβόητο προσφυγικό καταυλισμό της Μόριας όπου ο «Παράδεισος» που τους είχαν υποσχεθεί  έμοιαζε περισσότερο με  κόλαση.
Η  σοκαριστική μαρτυρία τους, ήταν  επίσης η αφορμή για να αναδειχτούν μέσα από το φιλμ,  οι απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων στις χώρες τους, η ομοφοβία, η προκατάληψη της Μουσουλμανικής θρησκείας  απέναντι σε οποιονδήποτε διαφέρει από το κυρίαρχο θρησκευτικό και κοινωνικό πρότυπο και προ παντός η έλλειψη βασικών ανθρώπινων ελευθεριών που εμείς τις θεωρούμε δεδομένες.
Εκτός των άλλων απεικονίζει επίσης, μέσα από μοναδικά πλάνα ακυκλοφόρητου υλικού, και με τον πλέον αντικειμενικό τρόπο, τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, το ανθρώπινο μωσαϊκό και τη ζωή εντός και εκτός  της Μόριας.
Επειδή απαγορεύεται αυστηρά στους ιδιώτες, τους δημοσιογράφους και τα κινηματογραφικά συνεργεία να εισέλθουν στον καταυλισμό χωρίς κρατική άδεια, πολλές σκηνές έχουν καταγραφεί με τα κινητά τηλέφωνα μεταναστών ή προσφύγων. Πρόκειται για ανέκδοτο υλικό που το παραχώρησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σ’ αυτή τη παραγωγή.
Ο Δημήτρης Γέρος μας είπε  για το φίλμ:
Ελάχιστοι μουσουλμάνοι , όπως οι Οβίλ και  Ουσμάν, έχουν το σθένος να παραδεχτούν ότι είναι γκέι. Ιδίως όταν ζουν αυτοεξόριστοι ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, κυρίως βαθιά θρησκευόμενους, και μάλλον εξαθλιωμένους συμπατριώτες τους, στον απαράδεκτο καταυλισμό της Μόριας, στη Λέσβο, όπου συνυπάρχουν άτομα  διαφορετικών φυλών, προερχόμενα, κατά κανόνα, από χαμηλά κοινωνικά στρώματα.
Η δύναμη με την οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή,  και το κουράγιο τους,  με έκανε να δημιουργήσω αυτό το ντοκιμαντέρ προκειμένου να ενθαρρύνω και άλλους μουσουλμάνους να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς καμία ενοχή για την ιδιαιτερότητά τους,  και παράλληλα να δείξω την αγάπη, τη θλίψη, τη μοναξιά, την απελπισία αλλά και τη μεγάλη λαχτάρα για ελευθερία και ζωή που χαρακτηρίζει αυτά τα παιδιά.
Επίσης, μέσα από τις άθλιες εικόνες και τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης  στον καταυλισμό,  ήθελα να υπενθυμίσω την αποκλειστική ευθύνη μερικών χωρών που με την πολιτική  τους δημιουργούν πρόσφυγες και μετανάστες που αναγκάζονται  να φύγουν απελπισμένοι από την πατρίδα τους και να ζουν με την αγωνία της απόρριψης, χωρίς ουσιαστική αλληλεγγύη και βοήθεια από την διεθνή κοινότητα η οποία παρακολουθεί μάλλον αδιάφορα τα γεγονότα και έχει αφήσει τη φτωχή Ελλάδα και την Ιταλία να διαχειριστούν τον μεγαλύτερο όγκο αυτού του  προβλήματος. 
Όσο ο δυτικός κόσμος δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το μεταναστευτικό  τόσο τα πράγματα θα χειροτερεύουν. Πρέπει, επί τέλους, να σταματήσει η καταπίεση,  να εκλείψει  ο σκοταδισμός και να υπάρξει ελευθερία, αφού, όχι μόνον οι γκέι αλλά  κυρίως οι γυναίκες υποφέρουν στις οπισθοδρομικές  μουσουλμανικές χώρες, όπου έχει καταπατηθεί κάθε ανθρώπινο δικαίωμα και η δικαιοσύνη λειτουργεί επιλεκτικά. (
lesvosnews.net, 12/2/2019)

1.2.19

DOLOR Y GLORIA. Η ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΠΕΔΡΟ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ


Η καινούρια ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ μιλάει για τις «συναντήσεις» ενός σκηνοθέτη, του Ντολόρ, που κοιτάζει πίσω στην τεράστια καριέρα του - συναντήσεις με ανθρώπους, συναντήσεις με μνήμες, συναντήσεις με τις πρώτες του αγάπες, τη μητέρα του, τους ηθοποιούς με τους οποίους δούλεψε από τη δεκαετία του '60 μέχρι τη δεκαετία του '80.
βλέποντας το πρώτο της τρέιλερ γίνεται αντιληπτό ότι είναι πως το καινούριο του φιλμ είναι δίχως αμφιβολία βαθιά προσωπικό, αφού ακόμη και το χτένισμα ή τα ρούχα του Αντόνιο Μπαντέρας παραπέμπουν ξεκάθαρα στον ίδιο τον Αλμοδόβαρ.
Το φιλμ διατρέχει τον χρόνο από τα παιδικά χρόνια του πρωταγωνιστή μέχρι το αποκορύφωμα της επιτυχίας του και η ομορφιά, η μελαγχολία και η ποίηση των εικόνων του Αλμοδόβαρ διαποτίζουν κάθε πλάνο. (flix.gr, 31/1/2019)

2.1.19

ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ - 7


Ερμηνείες με διαπιστευτήρια σεξουαλικού προσανατολισμού. Και μη χειρότερα!

Ο Ντάρεν Κρις ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται να υποδυθεί άλλη φορά ρόλο ομοφυλόφιλου καθώς δεν θέλει να είναι «ένας στρέιτ άντρας που παίρνει τον ρόλο ενός γκέι».
Ο ηθοποιός, που έγινε γνωστός μέσα από ρόλους ομοφυλόφιλων χαρακτήρων, μεταξύ των οποίων του Μπλέιν Άντερσον στην τηλεοπτική σειρά «Glee» και του Άντριου Κανάναν στη μίνι σειρά «The Assassination of Gianni Versace: American Crime Story», είπε σε συνέντευξή του ότι ποτέ δεν πρόκειται να παίξει ομοφυλόφιλο χαρακτήρα.
Αν και όπως είπε οι ρόλοι που υποδύθηκε ήταν «θαυμάσιοι» θα απομακρυνθεί από αυτούς ώστε στο μέλλον ρόλους ομοφυλόφιλων να αναλαμβάνουν ηθοποιοί από την LGBTQ κοινότητα.
Όπως είπε το να υποδύεται ένας ηθοποιός αυτούς τους χαρακτήρες είναι μία θαυμάσια δραματική εμπειρία, καθώς έχει να κάνει με συναρπαστικούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους, ωστόσο πρόσθεσε ότι οδηγήθηκε στην απόφασή του αυτή εξαιτίας των πρόσφατων αντιπαραθέσεων για το ποιος θα πρέπει να υποδύεται τους ομοφυλόφιλους χαρακτήρες, κάτι το οποίο τον έκανε να αισθάνεται άβολα και το οποίο το χαρακτήρισε «ατυχές».
Όλα ξεκίνησαν από την αρνητική κριτική που δέχτηκε η Σκάρλετ Τζοχάνσον όταν ανέλαβε τον ρόλο της τρανς Dante «Tex» Gill στη νέα ταινία «Rub και Tug», κριτικές που την ανάγκασαν να αποσυρθεί από την ταινία. (newsbeast.gr)

26.12.18

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΟΣΚΑΡ



Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Ουάϊλντ (Rupert Everett) περνά τις τελευταίες στιγμές της ζωής του κι οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνεχιζε μια καταστροφικη πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.
Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Emily Watson), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Colin Morgan) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Edwin Thomas), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.
Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος αλήτης, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες του παρελθόντος με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.
«Το έργο ζωής του Ρούπερτ Έβερετ –ο οποίος σκηνοθετεί, γράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί στο αισθαντικό πορτρέτο του Οσκαρ Ουάιλντ, είναι μια ερωτική επιστολή σε μια από τις μεγαλύτερες μορφές της ιστορίας του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά και σε όλους αυτούς που, βουτηγμένοι στον υπόνομο, συνεχίζουν να κοιτάνε τ’ άστρα.» – Aπό το 59o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

11.12.18

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗΣΕΙ ΤΩΡΑ;


Ποιος θα με Αγαπήσει Τώρα;
Ο Σαρ, ένας πρώην αλεξιπτωτιστής του Ισραηλινού στρατού, εκδιώχθηκε από το κιμπούτς όπου ζούσε μετά την αποκάλυψη ότι είναι ομοφυλόφιλος. Ζώντας με AIDS τα τελευταία 17 χρόνια στο Λονδίνο, κρατάει την οικογένειά του σε απόσταση και περνάει το χρόνο του σε πρόβες και παραστάσεις με την London Gay Men’s Chorus, της οποίας είναι περήφανο μέλος. Καθώς ο καιρός περνάει όμως νοιώθει ολοένα και περισσότερο την ανάγκη να γυρίσει πίσω στις ρίζες και τον τόπο του. Το «Ποιος θα με Αγαπήσει Τώρα;» είναι το συγκινητικό οδοιπορικό της επιστροφής του, που κέρδισε το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου στις 19.30, Γαλλικό Ινστιτούτο (Σίνα 31)


25.11.18

Η ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

ιγ' Ομοφυλοφιλία
Ο μόνος κινηματογραφικός τόπος στην Ελλάδα στον οποίο θα περίμενε κανείς να συναντήσει υπαινιγμούς για την ομοφυλοφιλία είναι η κωμωδία, και μάλιστα από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και μετά. Οι ομοφυλόφιλοι, άνδρες εκτός μίας εξαιρέσεως, εμφανίζονται για να διακωμωδηθούν, με πολύ ενισχυμένη τη θηλυπρέπεια στη συμπεριφορά τους. Ηθοποιοί όπως ο Τάκης Μηλιάδης υποδύονται πολύ συχνά το θηλυπρεπή, αλλά όχι σαφώς ομοφυλόφιλο άνδρα" για παράδειγμα, στο Τέρμα τα δίφραγκα (1962, σενάριο Ηλίας Μπακόπουλος, σκηνοθεσία Σάκης Τσολακάκης) είναι παντρεμένος με την πολύφερνη Ταϋγέτη, η οποία κρατά με στιβαρό χέρι τα ηνία του ζευγαριού.251 Η σεξουαλική αμφισημία του ρόλου γίνεται ένα παιχνίδι που δεν δημιουργεί βεβαιότητες στο θεατή, εξάπτει ωστόσο τη φαντασία του απέναντι σε μία κατάσταση απαγορευμένη στο δημόσιο —και στον ιδιωτικό αυτή την εποχή— χώρο και λόγο. Ο ίδιος ηθοποιός το 1967 στο έργο Ο κόσμος τρελλάθηκε είναι ο μόδιστρος Πάτροκλος, ο οποίος με τα λεγόμενά του δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Στα πέντε χρόνια που χωρίζουν τις δύο ταινίες πολλά έχουν προστεθεί στην ελληνική κινηματογραφική εικόνα της ανδρικής ομοφυλοφιλίας.
Η Μαρία Πλυτά το 1960 στο Άνδρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω έχει ίσως την πρώτη τολμηρή σκηνή, όταν δείχνει σε ένα μπαρ ένα μουστακαλή με πολύ ανδροπρεπή εμφάνιση να κοιτάζει επίμονα και με νόημα, στρίβοντας το μουστάκι του, τη Νινέτα (Βούλα Χαριλάου) μεταμφιεσμένη σε άνδρα. Η μεταμφίεση της εμφανίζει ένα νεαρό αγόρι με τρυφερά χαρακτηριστικά. Έτσι, δεν υπάρχει αμφιβολία για τα κίνητρα του μουστακαλή, ούτε για τις προτιμήσεις του. Ο υπόρρητος λόγος περνάει σαν κωμική κατάσταση: ο μουστακαλής, βλέποντας τη Νινέτα/Ντίνο να χορεύει ταγκό με τον Αλέκο (Τάκης Βαρλάμος), ορμάει να χορέψει και αυτός, χωρίς να συγκαλύπτει τις απώτερες διαθέσεις του. Το 1962, επίσης, στην κωμωδία του Μιχάλη Νικολόπουλου Εξυπνοι και κορόιδα, πολύ τολμηρό δείγμα αυτών των ετών, όπως αναφέραμε παραπάνω, τυχαία τάχα, αλλά καθόλου αθώα ένας νεαρός χαϊδεύει τον διπλανό του ερεθισμένος από το στριπτίζ που παρακολουθεί.
Εξίσου τυχαία, αλλά καθόλου αθώα θα μπορούσαν να θεωρηθούν και τα αγκαλιάσματα ή τα φιλιά που ανταλλάσσουν άνδρες κατά λάθος και αντιδρούν αμέσως μετά. Ο σείχης που μπαίνει στο δωμάτιο των οδαλισκών και χαϊδεύει κατά λάθος τον Παυλάκια (Νίκος Σταυρίδης, Κέφι, γλέντι και φιγούρα, 1958, Ηλίας Παρασκευάς) δεν παίρνει καν είδηση τού τι πραγματικά συμβαίνει, σε αντίθεση με το θεατή. Ενώ ο Λάκης φιλάει με πάθος τη Φλώρα (Γιάννης Βογιατζής, Έφη Οικονόμου, Το βλακόμουτρο, 1965, σενάριο Θεόδωρος Τέμπος, σκηνοθεσία Φίλιππος Φυλακτός), αυτή γλιστράει από την αγκαλιά του και τη θέση της παίρνει ο Πασχάλης (Γιάννης Γκιωνάκης), ο οποίος δέχεται τη συνέχεια των ασπασμών, μέχρις ότου να ανοίξει ο Λάκης τα μάτια του και να αντιληφθεί αηδιασμένος το λάθος του. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι σκηνοθέτες αναμένουν το γέλιο που απορρέει από μία σκανδαλιστική εικόνα, αλλά γνωρίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο προκαλούν και συνειρμούς πέραν αυτής, τουλάχιστον για τη λιγότερο αθώα μερίδα του κοινού.
Οι ανύποπτοι περαστικοί στις κωμωδίες σκανδαλίζονται και μουρμουρίζουν «χάλασε ο κόσμος», όταν βλέπουν να φιλιούνται δύο άνδρες (Αχ! και νά 'μουν άνδρας) ή δύο γυναίκες (Το πλοίο της χαράς), επειδή αγνοούν ότι το ένα μέλος του ζευγαριού είναι παρενδεδυμένο. Όταν ο πατέρας της Ρένας (Χρήστος Τσαγανέας), στη δεύτερη κωμωδία, συνειδητοποιεί ότι φλέρταρε με έναν άνδρα μεταμφιεσμένο σε γυναίκα το προηγούμενο βράδυ, το θεωρεί μεγάλο ρεζιλίκι. Τέτοιες σκηνές προκαλούν τη χαιρεκακία των θεατών, οι οποίοι, γνωρίζοντας το πραγματικό φύλο των προσώπων, γελούν εις βάρος αυτού που ασυνείδητα εκτίθεται, επειδή το αγνοεί. Στον Μπούφο ο Σωτήρης Μουστάκας ντύνεται γυναίκα και χορεύει έναν αισθησιακό χορό, για να δείξει στους συνομιλητές του πώς σαγηνεύεται ένας άνδρας. Η παρένδυση επιτείνει το κωμικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς, των κινήσεων και της φωνής, που είναι αναντίστοιχες με το φύλο.
Εξίσου κωμική είναι η σκηνή στην οποία ο Μηνάς (Να ζη κανείς ή να μη ζη) βάζει το ξεπεσμένο αφεντικό του κύριο Γιώργο (Λάμπρος Κωνσταντάρας) να κοιμηθεί στο διπλό του κρεβάτι και ξαπλώνει και αυτός με αφέλεια
δίπλα του, μην αναγνωρίζοντας το προκλητικό της κατάστασης και αντισταθμίζοντάς το με την αφήγηση του μύθου του Θησέα, σαν καλός πατέρας που νανουρίζει το παιδί του. Η αθωότητα αυτής της καθησυχαστικής συνήθειας δείχνει στο θεατή ότι τίποτε το επιλήψιμο δεν υπήρχε στη σκέψη του Μηνά. Γι' αυτό οι δύο άνδρες συνεχίζουν να μοιράζονται το κρεβάτι, όπως θα μοιραστούν αργότερα και την αρραβωνιαστικιά του Μηνά, τη Νέλλη (Λίλιαν Μηνιάτη).
Ο ηθοποιός που καλλιεργεί το θηλυπρεπή και συνήθως ομοφυλόφιλο τύπο είναι ο Σταύρος Παράβας. Πρωτοεμφανίζεται στο ρόλο του Φίφη, αισθητικού στο επάγγελμα, στο Μικροί και μεγάλοι εν δράσει. Στον παρεμφερή ρόλο του κομμωτή Αντουάν (Και οι δεκατέσσερις ήταν υπέροχοι) έχει θηλυπρεπή συμπεριφορά, αλλά και μία αγαπημένη, τη Βάσω (Κλεό Σκουλούδη), πρόθυμο πειραματόζωο στα επιστημονικά του πειράματα και διατεθειμένη να ζήσει στο πλάι του ως νόμιμη σύζυγος του. Στα έργα Η Κλεοπάτρα ήταν Αντώνης, ή Η Κλεοπάτρα εν δράσει (1966, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), και Η χαρτορίχτρα μεταμφιέζεται σε γυναίκα, προσπαθεί να συμπεριφερθεί ως γυναικείο πρόσωπο, αλλά δεν κάνει ανοίγματα προς ομοφυλοφιλικές υποθέσεις. Στο Μπετόβεν και μπουζούκι (1965, σενάριο Γιώργος Ασημακόπουλος, σκηνοθεσία Ορέστης Λάσκος)252 επανέρχεται ως Φίφης, δαιμόνιος σκηνοθέτης του κινηματογράφου, με ιδιαίτερη αδυναμία στο μελόδραμα και ικανότητα να ανακαλύπτει νέα ταλέντα και να κάνει επιτυχίες. 
Με το Φίφης ο αχτύπητος (1966, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Λυχναράς) γίνεται πολύ δημοφιλής" σε ένα διπλό ρόλο υποδύεται δύο δίδυμα αδέλφια, τον Φώτη, πλοίαρχο του εμπορικού ναυτικού και αρραβωνιασμένο με την Καίτη (Νίκη Λινάρδου), και τον Φίφη, νουμερίστα σε καμπαρέ. Ο Φίφης αποδίδεται με στερεότυπα: έχει λεπτή φωνή, κουνάει χαρακτηριστικά τα χέρια, είναι πολύ υστερικός και αντιδρά με μεγάλο φόβο στις απειλές του επαγγελματικού του περιβάλλοντος, βάζει εύκολα τα κλάματα. Κωμικά αποτελέσματα παράγονται από τη σύγκρουση της ανδρικής του φύσης με τις «γυναικείες» του αντιδράσεις και τη «γυναικεία» του συμπεριφορά. Στα νούμερά του είναι μεταμορφωτής, εμφανίζεται δηλαδή ντυμένος γυναικεία ως Χαβανέζα και Κινέζα Σούζι Βονγκ.
Οι συντελεστές της κωμωδίας δεν παραμένουν όμως σε αυτό το αμφίσημο ως προς την ομοφυλοφιλία του προσώπου επίπεδο. Ο Φίφης έχει δεσμό με τον Ζανό (Χρήστος Δοξαράς), ο οποίος καταρχήν είναι ο αμπιγιέρ του, αλλά ταυτόχρονα αφήνει και πολλά υπονοούμενα για μία πολύ στενότερη μεταξύ τους σχέση αλληλεγγύης και συντροφικότητας. Με φόντο ένα διπλό, συζυγικό κρεβάτι οι δυο τους κουβεντιάζουν τα επαγγελματικά προβλήματα του Φίφη και αποφασίζουν από κοινού τις επιλογές του, όπως θα έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Όταν η Καίτη εισβάλλει στο καμαρίνι του Φίφη, για να του κάνει σκηνή, θεωρώντας ότι είναι ο Φώτης, ο Ζανό παρακολουθεί εκνευρισμένος και αποχωρεί επιδεικτικά, αποκαλώντας τον «προδότη» και «αποστάτη». Ο «αποστάτης» είναι χαρακτηρισμός οπωσδήποτε της μόδας, λόγω της πρόσφατης αποστασίας Μητσοτάκη (1965), αλλά απευθύνεται σε έναν άνθρωπο που υποτίθεται ότι ανήκει σε ειδική κατηγορία, από την οποία απομακρύνθηκε, αφού φαίνεται να είχε σχέση με γυναίκα — την Καίτη.
Ο ρόλος του Φώτη αναπτύσσεται στον αντίποδα του Φίφη. Ο Φώτης είναι άνδρας που υπερτονίζει λόγω και έργω τα ανδρικά του χαρακτηριστικά. Ο Φίφης τρώει χαστούκι από την Καίτη, που τον αποκαλεί «ρεζίλη», ο Φώτης τής δίνει χαστούκι, για να υπογραμμίσει αυτά που της λέει: «Εγώ είμαι άντρας και κρατάω το λόγο μου». Ο Φίφης είναι έρμαιο όσων τον κυνηγούν και δεν αντιδρά στις σωματικές τιμωρίες που του επιβάλλουν, παρά μόνο με απελπισία και κλάμα, ενώ ο Φώτης πιάνει όποιον τον απειλεί από το λαιμό και είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του με τη δύναμή του.
Η αντιπαράθεση των δύο προσώπων έχει έναν αδιαμφισβήτητο νικητή: τον Φώτη, την κατοχύρωση του ανδρισμού, την υπεροχή των ανδρικών ιδιοτήτων. Ενώ ο Φίφης εξευτελίζεται σε μία σκηνή, στην οποία οι διώκτες του τον βάζουν στη μέση και τον πετούν ο ένας στον άλλον, ο Φώτης εμφανίζεται για να τον απαλλάξει από το βασανιστήριο και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Στη σκηνή του τέλους, στο κέντρο όπου γλεντούν το «τέλος καλό, όλα καλά» και τη λύση των παρεξηγήσεων, ενώ ο Φώτης έχει ζητήσει επισήμως την Καίτη από τα αδέλφια της και η υπόθεση τους προχωρεί αισίως, ο Ζανό απουσιάζει από το κάδρο. Δεν νομιμοποιείται, η σχέση του με τον Φίφη δεν μπορεί να βγει από τα όρια της κρεβατοκάμαρας.
Στο Μίνι φούστα και καράτε (1967, σενάριο Βασίλης Ανδρεόπουλος Γιώργος Βρασιβανόπουλος, σκηνοθεσία Βαγγέλης Σειληνός) ο Πέτρος (Γιώργος Πάντζας) μεταμφιέζεται σε Ρωμαίο πατρίκιο, για να πάει σε αποκριάτικο πάρτι, και συλλαμβάνεται από τη σπιτονοικοκυρά του (Σαπφώ Νοταρά) με την αρραβωνιαστικιά του φίλου του μεταμφιεσμένη σε νεαρό άνδρα (Ελένη Προκοπίου). Τα λάθος πρόσωπα σε λάθος μέρος συνοδεύονται πάντα από τις πιο απίθανες δικαιολογίες στις κωμωδίες, αλλά εδώ δικαιολογία είναι η εξομολόγηση ενός πάθους και η αντίδραση του περίγυρου σε αυτό. Η κυρία Αύρα, η οποία απέβλεπε στον όμορφο νοικάρη της, γίνεται έξαλλη, ερμηνεύει κατά το δοκούν γιατί δεν ευοδώθηκε μία μεταξύ τους σχέση και τον αντιμετωπίζει ως μίασμα, διασύροντάς τον σε όλο τον κόσμο. Ο συνταγματάρχης Λέων Κολάριος (Αλέκος Λειβαδίτης), του οποίου επρόκειτο να γράψει την οικογενειακή ιστορία,
τον απολύει αμέσως — γι' αυτόν η ομοφυλοφιλία είναι ένα λάθος, που δυστυχώς παρεισφρέει στις οικογένειες. Ο φίλος του, για χάρη του οποίου μπήκε σε περιπέτειες, μένει άναυδος ώς την ώρα που τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους.
Οι συντελεστές αυτής της κωμωδίας έχουν ως στόχο ένα πιο προκλητικό αποτέλεσμα από αυτά που εμφανίζονται συνήθως στην ελληνική οθόνη. Ένα στοιχείο για να το πετύχουν είναι η προκλητική στάση της Ρένας απέναντι στο φίλο του αρραβωνιαστικού της. Ένα δεύτερο στοιχείο, εξίσου ισχυρό με την επιπόλαιη γυναίκα που ρίχνεται σε άλλους άνδρες, είναι η εμφάνιση του ομοφυλόφιλου, η περιγραφή του πάθους του από τον ίδιο και οι αντιδράσεις των οικείων του από την αποκάλυψη. Προϋπόθεση για να περάσει το θέμα από τη λογοκρισία περί ασέμνων είναι η σύμβαση: ο θεατής γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι μέρος της πραγματικότητας του φανταστικού προσώπου, ότι ο Πέτρος είναι άνδρας που υποκρίνεται κάτι που δεν είναι.
Κάποια στιγμή η Καίτη, αναφερόμενη στην ομοφυλοφιλία του Φίφη, κάνει λόγο για «μόδα της εποχής». Η εξέλιξη των ηθών κατά τη δεκαετία του 1960 επιτρέπει την κινηματογραφική παρουσίασή της με τρόπο αρκετά πιο διεξοδικό, με κάποιες κυριολεξίες, και όχι πια με στιγμιαία υπονοούμενα. Ταυτόχρονα όμως ο λόγος είναι σαφής και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρανόησης. Το ότι εμφανίζεται μία ομοφυλοφιλική σχέση δεν σημαίνει κανενός είδους αποδοχή. Τα πρόσωπα που εμπλέκονται είναι σαφώς περιθωριακά, υποδεέστερα και δεν διαθέτουν βασικά κοινωνικά προτερήματα, όπως η αξιοπρέπεια. Είναι επίσης ευάλωτα, και κανείς δεν θα ήθελε να ταυτιστεί μαζί τους.
Προφανώς, δεν θέλουν να ταυτιστούν και οι πρωταγωνιστές, οι οποίοι για χάρη της εμπορικότητας δέχονται να υποδυθούν τέτοιους ρόλους. Γι' αυτό καλύπτονται σεναριακά. Στο ρόλο του ομοφυλόφιλου υπάρχει ένα αντίβαρο σε κάθε περίπτωση. Στον Φίφη είναι ο διπλός ρόλος του Παράβα, ο οποίος τονίζει ότι ο ηθοποιός απλώς υποδύεται πρόσωπα. Δεν είναι τυχαίο ωστόσο ότι υπερτονίζονται τα ανδρικά χαρακτηριστικά και ότι πάνω σε αυτά κλείνει η κωμωδία, χωρίς καθόλου να τα αμφισβητήσει. Ο Φώτης δεν είναι κωμικός, από λάθος εμπλέκεται σε κωμικές καταστάσεις και παρανοήσεις. Είναι ένας σοβαρός, έντιμος άνδρας. Στο Μίνι, φούστα και καράτε ο Πάντζας αναγκάζεται να υποδυθεί τον ομοφυλόφιλο και να υποστεί την κατακραυγή, αλλά έχει προηγουμένως γίνει σαφές στο θεατή ότι ενδιαφέρεται για την Τερέζα, με την οποία στη συνέχεια σχετίζεται. Ο ανδρισμός του επιδεικνύεται στη σκηνή στην οποία η Ρένα τον διεγείρει και αυτός περιγράφει την κατάσταση του με τολμηρά υπονοούμενα. Έτσι, ηθοποιοί υποδύονται ρόλους εμπλουτισμένους κωμικά, φροντίζοντας να μην τους ταυτίσει το κοινό με αυτούς. Οι περιπέτειες των ομοφυλόφιλων στην οθόνη είναι «για να γελάσουμε», χωρίς να διασαλεύεται η ηθική τάξη, και με σαφή καθορισμό των ορίων ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις ανάγκες της μυθοπλασίας.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι παρόμοια μέτρα «προστασίας» λαμβάνονται για πρωταγωνιστικούς, και όχι για δεύτερους ρόλους. Για παράδειγμα, ο Μηλιάδης και ο Μουστάκας ως μόδιστροι (Ο κόσμος τρελλάθηκε" Το παιδί της μαμάς) ή ο Παράβας ως Φίφης στο Μπετόβεν και μπουζούκι δεν κατοχυρώνονται σεναριακά, δεν αναιρούν με κάποιον τρόπο την ομοφυλοφιλική τους εμφάνιση. Η βαρύτητα δεν είναι ίδια για έναν πρώτο και ένα δεύτερο ρόλο.
Δελβερούδη, Ελίζα – Άννα:
Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)

251. Κωνσταντίνος Κυριακός, Διαφορετικότητα και ερωτισμός, Αιγόκερως, Αθήνα 2001, σ. 64-70, 85-86.
252. Μεταφορά της μουσικής κωμωδίας των Γιώργου Ασημακόπουλου - Βασίλη Σπυρόπουλου - Παναγιώτη Παπαδούκα, που ανεβαίνει στο θέατρο «Ακροπόλ», από το θίασο Μπουρνέλλη, την 1η Σεπτεμβρίου 1961' Θέατρο 61, ό.π., σ. 47, 276' Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 469.


18.11.18

ΚΟΡΙΤΣΙ


Κορίτσι
Σκηνοθεσία: Λούκας Ντοντ
Ερμηνείες: Βίκτορ Πόλστερ, Αριε Βορτχάλτερ, Ολιβερ Μπόντραρντ
Ο Βέλγος Λούκας Ντοντ κάνει άρτιο ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, δημιουργώντας ένα φιλμ που το έχουμε ξαναδεί, με απόλυτα σύγχρονη όμως θεματική. Η έφηβη Λάρα έχει πάθος με το κλασικό μπαλέτο και είναι αποφασισμένη να κυνηγήσει το όνειρό της να γίνει επαγγελματίας. Ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά και προοδεύει, το σώμα της ωστόσο που είναι αγοριού, κάθε μέρα την υπονομεύει – τόσο πρακτικά όσο και ψυχολογικά. Πόσο μπορεί να αντέξει στον ανταγωνισμό ενώ ξεκινά από τελείως διαφορετική αφετηρία;
Ο Ντοντ παίρνει την κλασική ταινία ενηλικίωσης και την προσαρμόζει στο θέμα της έμφυλης ταυτότητας, ένα κοινωνικό κεφάλαιο που διαρκώς ωριμάζει στον δυτικό κόσμο. Ο πατέρας της Λάρα κάνει ό,τι μπορεί για να στηρίξει τις επιλογές του παιδιού του, είναι εκεί δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Γιατροί και ψυχοθεραπευτές τη βοηθούν. Ακόμα και οι συμμαθήτριες δεν αντιδρούν με τον ακραίο τρόπο που ίσως θα περιμέναμε όταν μαθαίνουν το μυστικό της. Τα πάντα, όμως, είναι ζήτημα του εύθραυστου εφηβικού ψυχισμού και η Λάρα νιώθει τον κλοιό γύρω της να σφίγγει καθημερινά. Παρακολουθώντας την ταινία άθελά σου αναρωτιέσαι: τι εφιάλτη περνούν τα παιδιά που δεν έχουν καν αυτή τη στοιχειώδη αποδοχή;
Η ταινία φροντίζει να μείνει μακριά από μελοδραματισμούς και ευκολίες –το δράμα το φέρνει από μόνη της η τρομερά απαιτητική τέχνη του μπαλέτου– σε βαθμό πάντως που καταλήγει κάπως επίπεδη και δίχως τις κορυφώσεις που πραγματικά θα την απογείωναν. Η εσωτερική πάλη δίνεται ως αναμέτρηση με έναν εξωτερικό εαυτό, ο οποίος βάζει διαρκώς εμπόδια. Τα δεκάδες πλάνα στον καθρέφτη άλλωστε αυτό ακριβώς το στοιχείο αισθητοποιούν. Βοηθάει βέβαια πολύ και η ευαίσθητη, γεμάτη αυθεντικότητα ερμηνεία του επίσης πρωτάρη νεαρού Βίκτορ Πόλστερ, ο οποίος βραβεύθηκε σχετικά με το FIPRESCI award και στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών.
Αιμίλιος Χαρμπής (kathimerini.gr)




5.11.18

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Η QUEER ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Η εικόνα της διαφορετικότητας
Ο queer ελληνικός κινηματογράφος
ΤΗΣ ΛΙΝΑΣ ΡΟΖΗ (avgi.gr, 4/11/2018)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ, Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016), Εκδόσεις Αιγόκερως, σελ. 440
Με τη μονογραφία Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016), ο Κωνσταντίνος Κυριακός μάς παρουσιάζει την ολοκληρωμένη εκδοχή της μακροχρόνιας ενασχόλησής του με τις διαφορετικές όψεις της απεικόνισης του ομοερωτισμού στον ελληνικό κινηματογράφο. Δέκα πέντε χρόνια πριν, σκιαγραφώντας το τοπίο και τις γενεαλογίες του ελληνικού gay κινηματογράφου, με το βιβλίο του Διαφορετικότητα και ερωτισμός επιχείρησε μια πρώτη χαρτογράφηση του πεδίου παρουσιάζοντας επιλεγμένα παραδείγματα ταινιών και επιχειρώντας να εντοπίσει τους σημαντικότερους σταθμούς στην κινηματογραφική αναπαράσταση της ομοφυλοφιλίας. Με την πρώτη εκείνη μελέτη εισήγαγε ένα πεδίο έρευνας που τότε ήταν σχεδόν άγνωστο, τουλάχιστον στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο.
Στην πρόσφατη αυτή έκδοση, διαθέτοντας πλέον μια πανοραμική εποπτεία και βαθιά γνώση του υλικού του, o Κυριακός περιλαμβάνει τη συστηματική παρουσίαση και ταξινόμηση των κινηματογραφικών ταινιών και την κριτική ανάλυσή τους με σημείο αναφοράς θεωρητικά εργαλεία που προέρχονται από το πεδίο των queer studies. Με τον τρόπο αυτό, η μελέτη συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός νέου πεδίου στην ελληνική βιβλιογραφία, με ερευνητικές εργασίες που χρησιμοποιούν διαφορετικά θεωρητικά εργαλεία από το πεδίο των σπουδών φύλου (gender studies) και της queer θεωρίας για την ανάλυση και την ερμηνεία του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και του θεάτρου και της λογοτεχνίας. Επιπλέον, εξετάζοντας την ελληνική περίπτωση, συνδιαλέγεται με το έργο των μελετητών που εξετάζουν τη διαδρομή του queer κινηματογράφου σε άλλες χώρες.
Ειδικότερα, η μελέτη συμβάλλει σημαντικά στη συζήτηση με θέμα την απεικόνιση των έμφυλων ταυτοτήτων, τη «διαχείριση» της σεξουαλικής ετερότητας και τη διαμόρφωση στο ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο μιας διακριτής queer αισθητικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η προσέγγισή του δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά σε ταινίες της σύγχρονης παραγωγής, όπου οι ίδιοι οι δημιουργοί συχνά συνομιλούν με τον θεωρητικό λόγο, ή σε «στρατευμένες» ταινίες με μια ανοιχτή gay θεματολογία, αλλά συμπεριλαμβάνει και μια εκ νέου ανάγνωση παλαιότερων ταινιών.
Ο συγγραφέας εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί ως υπόβαθρο αναφοράς την queer θεωρία, με βάση την οποία και προσδιορίζει το αντικείμενο της μελέτης του. Η έννοια queer αφορά «οποιαδήποτε στοιχείο ή έκφραση σχετίζεται με τον τομέα της σεξουαλικότητας, των έμφυλων ταυτοτήτων και της πολιτικής, […] το οποίο διαταράσσει  και απογυμνώνει  τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης και αντίληψης».[1] Στο πλαίσιο αυτό, ο Κυριακός περιγράφει την οπτική υπό την οποία συζητά τις ταινίες και τους τομείς στους οποίους εστιάζει. Η προσέγγισή του «διερευνά πώς και γιατί η ρευστότητα όλων των μορφών της σεξουαλικότητας συνδέεται με τους μηχανισμούς παραγωγής και πρόσληψης των ταινιών, δίνοντας, συχνά, έμφαση στις παραδοσιακά αγνοημένες ή λογοκριμένες ομοφυλόφιλες σεξουαλικότητες» (σ. 11).
Ξεχωριστή έμφαση δίνει στον τρόπο με τον οποίο εντοπίζει και ερμηνεύει τις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις της ομοφυλοφιλίας: στο επίπεδο της κατασκευής της εικόνας, του είδους, των μυθοπλαστικών χαρακτήρων αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η ιστορία ταυτίζεται ή αποκλίνει από την κοινωνική και ηθική νόρμα (σ. 12). Στον τομέα αυτό πρόθεσή του είναι να αναδείξει λανθάνουσες queer όψεις στην ταυτότητα των χαρακτήρων, την υποκριτική και τη σημαντική του σώματος των ηθοποιών μέσα από τις οποίες προβάλλονται «αποκλίνουσες» εκφάνσεις της αρρενωπότητας ή της θηλυκότητας, αλλά και τις υπόρρητες εμφάσεις του σκηνοθέτη, όπως αυτές ανιχνεύονται στο βλέμμα της κάμερας, στα πλάνα και στο μοντάζ των επιμέρους σκηνών. Για την ολοκληρωμένη αποτίμηση της ιδεολογικής λειτουργίας  των queer ταινιών, ο συγγραφέας υπογραμμίζει την ιδιαίτερη σημασία που έχει η μελέτη της υποδοχής των ταινιών από το κοινό και τους κριτικούς (σ. 25). Οι τεκμηριωμένες αναφορές στην πρόσληψη των ταινιών μάς φανερώνουν μία επιπλέον όψη στη διαδρομή της ελληνικής κοινωνίας προς την αναγνώριση (coming out) της queerταυτότητας και αισθητικής.
Εξίσου ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο συγγραφέας αφηγείται τη διαδρομή του ελληνικού queer κινηματογράφου, συνδυάζοντας τη χρονολογική παρουσίαση και ταξινόμηση των ταινιών με τη θεματική. Διαβάζοντας τη μελέτη, ο αναγνώστης αποκτά καθαρή εικόνα της ιστορικής αυτής διαδρομής, που δεν αναφέρεται μόνο στην αισθητική και τις ιδεολογικές επιλογές των ταινιών, αλλά αντανακλά επίσης την ιστορία των νοοτροπιών, τις κοινωνικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα απέναντι στη σεξουαλική διαφορετικότητα αλλά και τις ρωγμές που με πολύ αργούς ρυθμούς συντελούνται στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Χρησιμοποιώντας ως πλαίσιο αναφοράς τις διαφορετικές εποχές στην εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου, η μελέτη εξετάζει την παράλληλη διαμόρφωση του «κανόνα» του queerκινηματογράφου. Με κριτήριο τις διαφορετικές απεικονίσεις της ομοφυλόφιλης ταυτότητας, ο συγγραφέας διακρίνει τρεις κομβικές στιγμές: τη στερεοτυπική αναπαραγωγή και τη διακωμώδηση του ομοφυλόφιλου, τη «ρεαλιστικής» πρόθεσης δαιμονοποίηση ή τον στιγματισμό της σεξουαλικής απόκλισης, και την (πιο πρόσφατη) απόπειρα επιβολής μιας αποενοχοποιημένης ματιάς. Στη γραμμική αυτή αφήγηση παρεμβάλλει κάποιες επιπλέον θεματικές κατηγορίες  με διαφορετική θεματική έμφαση.  Έτσι, εκτός από τις ταινίες με σαφή ή λανθάνουσα ρεαλιστική πρόθεση, εξετάζει μια σειρά ταινιών που παραπέμπουν στον μύθο ή την ιστορία κατασκευάζοντας τον «κανόνα» μιας ομοφυλόφιλης κουλτούρας, ενώ επίσης αναφέρεται ξεχωριστά στο θέμα της παρενδυσίας και στον τρόπο που λειτουργεί ενισχύοντας ή υπονομεύοντας τη στερεοτυπική απεικόνιση της αποκλίνουσας σεξουαλικότητας. Η επιλογή του ερευνητή να συμπεριλάβει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο με θέμα την απεικόνιση της γυναικείας ομοφυλοφιλίας όπως και η αναφορά στην ανάδυση και την ανάδειξη των σημαντικότερων γυναικών ηθοποιών ως gay icons, ανοίγει ένα κεφάλαιο σε ένα σχεδόν ανεξερεύνητο πεδίο που αφορά την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου από την σκοπιά των γυναικών.
Η μελέτη Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016)μας ξεναγεί στην ιστορία του ελληνικού queer κινηματογράφου παρουσιάζοντας τις διαφορετικές του γενεαλογίες. Είναι σαφές ότι διανύουμε μια εποχή που το ζήτημα της σεξουαλικής ετερότητας και της εναλλακτικής «επιτέλεσης» των έμφυλων ταυτοτήτων ακούγεται ηχηρά στον δημόσιο λόγο, χωρίς ωστόσο να έχει καταφέρει να κάμψει τα ομοφοβικά αντανακλαστικά και να αναχαιτίσει τις επιθετικές αντιστάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας επιλέγει να ολοκληρώσει το βιβλίο του γράφοντας: «Όσα δύσκολα κατακτήθηκαν, δεν παύουν να είναι και ρευστά» (σ. 382).  

Η Λίνα Ρόζη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών



[1] Jennifer Purvis, «Queer» in Catherine M. Orr, Ann Braithwaite, Diane Lichtenstein (eds.), Rethinking Women’s and Gender Studies, London: Routledge, 2012, σ. 203.


7.10.18

KÖÇEK - 2

Köçek ("Dancing boy") is a 1975 Turkish romantic drama film written and directed by Nejat Saydam and starring the famous Turkish actress Müjde Ar. 
A romantic drama about an androgynous boy named Caniko (Müjde Ar), who is abducted by a gang and forced to dress like a woman and be a köçek. A mob attempts to rape Caniko, but when they find out he's really a boy, they stab him. He's taken to hospital where he undergoes a sex change operation. Now he works as a belly dancer and by chance, meets his buddy Adnan (Mahmut Hekimoğlu), who falls in love with him without recognizing that they are old friends. (en.wikipedia.org)

22.9.18

ΚΕΝΥΑ. ΕΠΙΤΡΑΠΗΚΕ Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ "ΡΑΦΙΚΙ"


Ως νίκη της ελεύθερης έκφρασης και του αυτοπροσδιορισμού των ανθρώπων εκλαμβάνεται στην Κένυα η δικαστική απόφαση που επιτρέπει την προβολή της ταινίας "Ραφίκι" στη χώρα.
Η εν λόγω ταινία, που ήταν η πρώτη κενυάτικη που παρουσιάστηκε ποτέ στο φημισμένο φεστιβάλ των Καννών, απαγορεύτηκε στην Κένυα με την κατηγορία ότι προωθεί την ομοφυλοφιλία, έγκλημα κατά έναν αποικιακό νόμο που ισχύει ακόμη στην αφρικανική χώρα.
Η ταινία αφηγείται τον έρωτα δύο νεαρών κοριτσιών που ταυτόχρονα είναι κόρες πολιτικών αντιπάλων κόντρα στη θέληση των οικογενειών τους αλλά και στα ήθη της χώρας.
Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια και οι συντελεστές της ταινίας, που έχει επιλεχθεί ως υποψήφια για το ξενόγλωσσο όσκαρ, θα προβληθεί στα σινεμά της Κένυας, αλλά μόνο για επτά ημέρες.
"Δεν μπορώ να πεισθώ ότι η Κένυα είναι τόσο αδύναμη κοινωνία που δεν μπορεί να χειριστεί ένα gay θέμα. Υπάρχουν Κενυάτες που πλήρωσαν μεγάλο τίμημα για τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε σήμερα" τόνισε η δικαστής Ουιλφρίντα Οκάνι. Και φυσικά είχε δίκιο... (news247.gr, 21/9/2018)