9.11.14

Η ΚΑΡΔΙΑΙΣ ΠΕΤΟΥΝ 'Σ ΤΑ ΧΕΙΛΗ


[…]
Καί νά, ἔρχετ’ ἕνας νέος
μέ μαλλιά ξανθά
καί ΄σάν ἄγγελος ὡραῖος
 ταῖς ψυχαῖς μεθᾷ.

«Παλληκάρι, μή λυπᾶσαι,
 κ’ εἶμαι ὁ Στρατής,
 ἀδελφός, ἄν μέ θυμᾶσαι,
 τῆς αγαπητῆς»

 ‘Σάν πιστοί φιλιοῦνται φίλοι
 κ’ ἀγαπητικοί·
 ἡ καρδιαίς πετοῦν ‘ς τά χείλη,
 καί φιλιοῦντ’ ἐκεῖ.

 Παλληκάρι, στάσου, στάσου·
 βλέπε ποιόν κρατεῖς.
 ∆ιέ ποιός κείτετ’ ἐμπροστά σου·
 δέν εἶν’ ὁ Στρατής.

 Εἶν’ ἐκείνη π’ ἀγαποῦσες,
 εἶναι ἡ Χρυσῆ.
 «Ἄχ, Χρυσῆ μου, μέ γελοῦσες!
 Ἤσουν λοιπόν σύ!»

 Α. Ρ. Ραγκαβής (1809-1892): Ο θάνατος του παλληκαριού  

1 σχόλιο:

Ξενικός είπε...

από Ραγκαβή ; Μπράβο...
Ξενικός