2.9.12

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ

Ο θρήνος του Πατρόκλου
Δημήτρης Μαρωνίτης (tovima.gr, 2/8/2012)
Από τα ομηρικά - ακριβέστερα τα ιλιαδικά - πέριξ προέρχεται εξάλλου και το σημερινό απολίτιστο, προσηλωμένο στον θρήνο του Πατρόκλου, που εξελίσσεται σε θρήνο για τον Πάτροκλο. Προκαταβολικά θυμίζω πως, περιπαθής εταίρος του Αχιλλέα ο Πάτροκλος, παραμένει απέναντί του αμίλητος για δεκαπέντε ολόκληρες ραψωδίες. Αμήχανος με τον παρατεινόμενο θυμό του φίλου του, που αποφάσισε πολεμική αποχή, ωσότου φτάσουν στο αμήν οι Αχαιοί και τον αναζητήσουν, εξασφαλίζοντας, μέσω της μάνας του, και την αμέριστη συνδρομή του Δία. Ο οποίος στο μεταξύ έχει ανελέητα προαποφασίσει τον θάνατο του Πατρόκλου, ως όρο και όριο επιστροφής του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης και υποχώρησης των Τρώων.
Μόλις στο τέλος της ενδέκατης ραψωδίας, ο Αχιλλέας, βλέποντας από απόσταση να σέρνεται τραυματισμένος και ο γιατρός Μαχάων, σπρώχνει τον Πάτροκλο να πάει να δει εξ επαφής τι γίνεται. Προστρέχει τότε εκείνος κι εγκλωβίζεται έως το τέλος της δέκατης πέμπτης ραψωδίας στις σκηνές των Αχαιών, θεραπεύοντας τον σακατεμένο μηρό του Ευρύπυλου. Στο μεταξύ ο Νέστωρ τον ενημερώνει για το μέγεθος της εξοντωτικής απειλής των Τρώων, καταλήγοντας σε μια μοιραία πρόταση: αν συνεχίσει ο Αχιλλέας την εκδικητική αποχή του, ας τον αντικαταστήσει ο ίδιος, φορώντας τη δική του πανοπλία, παραπλανώντας έτσι τον εχθρό. Μ' αυτή την πρόταση στο χέρι επιστρέφει ο Πάτροκλος, στην αρχή της δέκατης έκτης ραψωδίας, βουβά θρηνώντας. Αντιγράφω:
«Σίμωσε ο Πάτροκλος τον ηγεμονικό Αχιλλέα, / χύνοντας μαύρο δάκρυ, σαν τη μελάνυδρη πηγή, όταν / σε βράχο απόκρημνο κρεμάει τα σκοτεινά νερά της». Ωραία και μελάγχολη η παρομοίωση, που ο ποιητής τής είχε, φαίνεται, αδυναμία: την πρόβαρε πανομοιότυπα στην αρχή της ένατης ραψωδίας με τον Αγαμέμνονα κι εδώ την επαναλαμβάνει. Ωστόσο ο Αχιλλέας δεν παίρνει πολύ στα σοβαρά τον σιωπηλό θρήνο του φίλου του, που τον αντιμετωπίζει μάλλον ευτράπελα με μια δική του τώρα παρομοίωση: μιλώντας για κλαψούρισμα νήπιου θηλυκού, που τρέχει πίσω από τη μάνα του, τραβώντας της το ρούχο, για να το πάρει καλά και σώνει αγκαλιά.
Οπότε ο Πάτροκλος ξεσπά: μιλά απερίφραστα για το κακό που πλάκωσε τους Αχαιούς, απαριθμώντας όλους τους πρώτους αρχηγούς που έχουνε κιόλας λαβωθεί και παραμένουν αναγκαστικά απόλεμοι. Μετά, βλέποντας πως ο Αχιλλέας παραμένει αμφίβολος, κοπιάρει την πρόταση του Νέστορα: γυρεύει να τον υποκαταστήσει, φορώντας τη δική του πανοπλία, έχοντας πλάι του τους Μυρμιδόνες και στη διάθεσή του τα αθάνατα άλογα του φίλου του, ωσότου απωθήσει τον εχθρό από τα πλοία των Αχαιών. Ο Αχιλλέας τελικώς ενδίδει κι έτσι, σαν άλλος Αχιλλέας, ο Πάτροκλος επιδίδεται σε μια ασυγκράτητη αριστεία, που θα καταλήξει σε τραγωδία: τον παραλύει στο τέλος και τον αφοπλίζει ο Απόλλων, τον ακοντίζει λαθραία ο Εύφορβος και τον αποτελειώνει ο Εκτορας μπήγοντας το χάλκινό του δόρυ στο κατωκοίλι.
Στην επόμενη ραψωδία, όπου διαπρέπουν ο Μενέλαος κι ο Αίαντας, γίνεται αγώνας λυσσαλέος γύρω από το γυμνό σώμα του Πατρόκλου. Μ' αυτούς τους όρους θέμα θρήνου προς το παρόν δεν τίθεται. Ωστόσο σε μιαν άκρη τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα αμετακίνητα θρηνούν τον Πάτροκλο. Κι αυτός είναι ο πρώτος θρήνος που ακούγεται για τον νεκρό φίλο του Αχιλλέα στην Ιλιάδα, στο πλαίσιο μιας απρόβλεπτης παρομοίωσης, που συγκίνησε βαθιά και τον Καβάφη. Αντιγράφω:
«Του Αιακίδη όμως τ' άλογα δεν δέχονταν να μπουν / στη μάχη, μόνο παράμερα θρηνούσαν τον ηνίοχό τους, / μόλις τον ένιωσαν πεσμένο μες στη σκόνη, αφανισμένο / από το φονικό χέρι του Εκτορα […]
Οπως μια στήλη μένει ασάλευτη στον τάφο / ενός παλικαριού ή πεθαμένης κόρης, έτσι κι αυτά επίμονα κι ακίνητα, / ζεμένα στο πανέμορφο άρμα, έσκυβαν τα κεφάλια τους στο χώμα / κι έρρεαν δάκρυα θαλερά στη γη από τα βλέφαρά τους, / ποθώντας και θρηνώντας τον ηνίοχό τους / ρυπαίνοντας την πλούσια χαίτη τους, φευγάτη από τη ζεύγλα, πλάι στον ζυγό, / αριστερά δεξιά. //
Ετσι που μύρονταν, τα είδε ο Δίας, τα σπλαχνίστηκε, / κίνησε το κεφάλι του και μόνος του μιλούσε: / δύστυχα κι έρμα, τι σας χαρίσαμε στον βασιλιά Πηλέα, / σ' έναν θνητό εσάς αγέραστα κι αθάνατα, να συμμερίζεστε τη μοίρα δύσμοιρων ανθρώπων; Πλάσμα πιο δύστυχο / δεν βρίσκεται στη γη, όσα σαλεύουν / κι ανασαίνουν πάνω της.»
Αυτό κι αν είναι ορισμός της μοίρας του ανθρώπου

1 σχόλιο:

Κατερίνα Σ.Μ. είπε...

ΑΧΙΛΛΕΑΣ

Μόλις είχα ξυριστεί κι έλουζα τα μαλλιά μου
Όταν με πλησίασε σκονισμένος ο Αντίλοχος.
Αντίκρισα την όψη του κι αμέσως
Σύννεφο μαύρου πόνου σκέπασε την ψυχή μου.
Φούχτωσα στάχτη όταν μου είπε «Σκοτώθηκε ό Πάτροκλος»
Κι έριξα στα μαλλιά μου και στο πρόσωπο.
Τώρα, λοιπόν, χωρίς αυτόν.
Τώρα, χωρίς εσένα πώς;
Τώρα θα μπω στη μάχη χωρίς εκείνον πώς;
Τώρα ο ήλιος μαύρισε για πάντα.
Τώρα η καρδιά κρεμάστηκε σε δέντρο
Και τα ποδάρια της πηγαίνουν πέρα δώθε.
Άκουσα το θόρυβο που κάνει το ύφασμα σαν σχίζεται.
Ήταν το στήθος μου που άνοιγε αργά
Ρουφώντας το σκοτάδι.
Έσπασε ο βράχος
Και το μυαλό μου γέμισε κοτρόνες.
Σκοτώθηκε ο Πάτροκλος, που πιο πολύ απ' όλους αγαπούσα.
Να ζήσω πια δεν θέλω.
Ευθύς ας μ' εύρει ο θάνατος
Αφού να βοηθήσω τον φίλο μου δεν μπόρεσα,
Όταν απ' το κοντάρι του Έκτορα έπεφτε λαβωμένος.
Τώρα θρηνήστε μου φυτά, ψάλλετε γόους άλση
Τώρα άστρα, ανεμώνες, σύννεφα, τρέξετε να κρυφτείτε.
Τώρα, αγαπημένε μου, την Άνοιξη σκεπάσου.

* * *

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ

Ύστερα κάθισε δίπλα στο τραπέζι, πήρε το κάρβουνο
Κι άρχισε να τον ζωγραφίζει.
Από μικρό τον ήξερε.
Και τότε τον ζωγράφιζε με κιμωλίες, με νερομπογιές
Άλλοτε δίχως ρούχα
Άλλοτε ντυμένο βασιλιά
Πρίγκιπα, πειρατή ή Δον Κιχώτη.
Θυμάται την ταράτσα στη Ρώμη
Όπου εκείνος άκουγε μαδριγάλια δίπλα στις μανόλιες.
Ο Αχιλλέας γυμναζόταν ή ξάπλωνε μπρούμυτα
Και διάβαζε δυνατά το ποίημα για τους αντρειωμένους.
Τα βράδια κατέβαιναν στην πλατεία
Όπου έπαιζαν τα μαντολίνα
Έπιναν κρασί και έλαμπαν σαν μπρούντζοι.
Τις νύχτες σκαρφάλωναν στον ουρανό
Για να ρουφήξουν γαλαξίες
Ν' αρπάξουν την Ανδρομέδα απ' τα μαλλιά
Κι έπειτα να πετάξουν πιο ψηλά
Μέσα σε ημίφωτα κραυγών.
Πάτροκλε! Αχιλλέα!
Τώρα τον ζωγραφίζει για πάντα κοιμισμένο.
Κι όταν τα δάκρυα κυλούν στα μάγουλά του
Τον ζωγραφίζει σαν σε καθρέφτη βενετσιάνικο
Με κηλίδες κυανές στο στόμα και στα μάτια.

* * *

ΡΑΨΩΔΙΑ Τ

Αχιλλέας


Κάποτε, Πάτροκλε εσύ
Νόστιμο δείπνο μού έστρωνες ο ίδιος στη σκηνή μας.
Τώρα, εξω απ' τον Άδη τριγυρνάς στου Χάρου την αγκάλη
Κι εγώ φαΐ, πιοτό δεν γεύομαι, κι ας έχω μέσα απ’ όλα.
Απ' το χαμό σου πιο κακό δεν γίνεται να πάθω
Ακόμα κι αν μου λέγανε πως πέθανε ο γονιός μου.
Εγώ λογάριαζα βαθιά μες στην ψυχή μου
Πως μόνο εγώ θα σκοτωθώ μακριά από την πατρίδα.
Όμως εσύ με πρόλαβες και μ' άφησες μονάχο.

* * *

ΡΑΨΩΔΙΑ Ψ

Ο Αχιλλέας αποφάσισε να μη λουστεί πριν θάψει τον Πάτροκλο. Έκοψε τα μαλλιά του και τα απίθωσε στο στήθος του νεκρού. Μετά το δείπνο ο καθένας πήγε να πλαγιάσει στη σκηνή του. Ο Αχιλλέας, κατάκοπος από το κυνήγι του Έκτορα, πήγε σ' ένα απόμερο σημείο της ακτής και ξάπλωσε εκεί που έσκαγε το κύμα. Σε λίγο ήρθε στον ύπνο του το πνεύμα του Πάτροκλου μπροστά του και είπε :

Πάτροκλος

Φίλε μου, θάψε με γρήγορα
Γιατί έξω απ' τον Άδη τριγυρνώ
Και δεν δύναμαι να σμίξω
Με τους υπόλοιπους νεκρούς.
Κι αφού με θάψεις, άφησε δίπλα μου
Χώρο για σένα, όταν θα έρθεις να με βρεις.
Σήκω τώρα, σίμωσε, έλα ν' αγκαλιαστούμε
Και τον πικρό το θρήνο μας
μαζί ας τον χαρούμε.

Έτσι μιλώντας άπλωσε τα χέρια και με απερίγραπτη λαχτάρα πήγε να αγκαλιάσει τον Αχιλλέα, μα δεν μπόρεσε να τον αγγίξει, γιατί εκείνος ήταν ζωντανός, ενώ αυτός αέρας, σύννεφο, αντάρα. Τότε ο Πάτροκλος έβγαλε μία κραυγή, που αντήχησε σ' όλο τον Κάτω Κόσμο. Μα εκεί έξω στους ζωντανούς, δεν ακούστηκε άχνα. Μόνο το κύμα ακουγόταν, που άγγιζε πότε πότε τα πόδια του Αχιλλέα.

(συλλογή: Ένα ποίημα για τον Πάτροκλο)

- Από το βιβλίο του Αλέξανδρου Ίσαρη Εγώ ένας ξένος - Ποιήματα 1967 – 2011
Εκδόσεις Κίχλη, 2013