9.1.10

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ ΚΡΕΜΑΜΕΝΟΣ

.
Tσαρούχης κρεμάμενος
Κελλυ Κικη (ΒΗΜΑgazino, 20/12/2009)
Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του και εκατό από τη γέννησή του, μια μεγάλη αναδρομική έκθεση για τον Γιάννη Τσαρούχη ανοίγει τις πόρτες της. Βρεθήκαμε στο Μουσείο Μπενάκη κατά την προετοιμασία της και ακούσαμε όσους γνώρισαν τον έλληνα ζωγράφο να περιγράφουν το αξεπέραστο πνεύμα του.

Το μπλε πανωφόρι του και η κόκκινη μπλούζα του, η μορφή του ολόκληρη ξεπηδά από το φόντο: Πρόκειται για την αυτοπροσωπογραφία του 1966 του Γιάννη Τσαρούχη η οποία υποδέχεται τον επισκέπτη στον εκθεσιακό χώρο στο ισόγειο του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Η μεγάλη αναδρομική έκθεση για το έργο του Γιάννη Τσαρούχη, που οργανώθηκε από το Μουσείο Μπενάκη, το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τράπεζας Κύπρου, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννηση του πολυδιάστατου ζωγράφου, μόλις άνοιξε τις πόρτες της για το κοινό. Αλλά εμείς βρεθήκαμε εκεί στο στήσιμό της, για να δούμε από κοντά μερικά από τα περίπου 670 έργα – από μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού – να παίρνουν τη θέση τους στους σύγχρονους χώρους του μουσείου.
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου. Οι προετοιμασίες έχουν μόλις ξεκινήσει. Τα περισσότερα έργα είχαν φτάσει μία ημέρα νωρίτερα στον χώρο του μουσείου. Και τώρα, γύρω στις 11.00 π.μ., άλλα έχουν αποκαλυφθεί και άλλα παραμένουν τυλιγμένα, πάντοτε με την πλευρά του δέματος όπου αναγράφεται το όνομα του συλλέκτη να ακουμπά στον τοίχο. «Οι συλλέκτες έχουν ζητήσει απόλυτη εχεμύθεια ως προς την ταυτότητά τους» μας είχαν προϊδεάσει νωρίτερα οι υπεύθυνοι του μουσείου. Στον εκθεσιακό χώρο του ισογείου κάποιοι πίνακες έχουν ήδη αναρτηθεί, ωστόσο τα τυπώματα, οι μακέτες τοίχου είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν, δηλώνοντας πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος. Ενα τρόλεϊ, απαραίτητο για τη μεταφορά των έργων, και ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι, που δεσπόζει στο κέντρο της σάλας και επάνω του θα τοποθετηθούν αντικείμενα που είχε φιλοτεχνήσει ο Τσαρούχης, περιμένουν να πλαισιωθούν από τους πίνακες ολόκληρης της καλλιτεχνικής πορείας του. Τα έργα θα φιλοξενούνται σε δύο ορόφους του μουσείου ως τις 14 Μαρτίου 2010, αναδεικνύοντας τον μεγάλο δημιουργό Γιάννη Τσαρούχη, που ξεπήδησε από την περίφημη γενιά καλλιτεχνών του ’30 για να ζήσει ως σήμερα και να μνημονεύεται διαρκώς με πληθώρα χαρακτηρισμών. «Ελληνικός», «ρεαλιστής», «στοχαστής», «ευφυής», «πολύμορφος», «διορατικός» είναι μερικά από τα επίθετα που του απέδωσαν όσοι τον γνώρισαν, μελέτησαν το έργο του ή απλώς τον θαύμασαν.
«Είναι μία από τις σημαντικότερες, τις μεγαλύτερες, τις πιο θεαματικές, τις πληρέστερες εκθέσεις που έχουν οργανωθεί στο Μουσείο Μπενάκη και είναι σίγουρα η πιο μνημειακή έκθεση που έχει αφιερωθεί σε έλληνα ζωγράφο. Πρόκειται για μία μείζονος σημασίας προσπάθεια να ξαναδούμε, να ξαναμελετήσουμε και να επανεκτιμήσουμε την προσφορά ενός από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα – και όχι μόνο για την Ελλάδα» μας λέει ο Αγγελος Δεληβοριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, και συνεχίζει: «Αν τον Τσαρούχη δεν τον ξέρουν στο εξωτερικό όσο θα του άξιζε, θα πρέπει να προβληματιστούμε. Δικός μας στόχος είναι να γνωστοποιήσουμε το έργο του Γιάννη Τσαρούχη κυρίως στη νεότερη γενιά που δεν τον γνώρισε. Αλλά θα θέλαμε επίσης να κεντριστεί ξανά το επιστημονικό ενδιαφέρον των ειδικών, ώστε να σκεφτούν εκ νέου πάνω στο έργο του Τσαρούχη προσπαθώντας να εντρυφήσουν στη σημασία του, στη σημειολογία του, στην αισθητική του, στην τεχνοτροπική εξέλιξή του. Το έργο του Τσαρούχη εικονογραφεί την Ελλάδα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, αλλά δεν ξέρω σε ποιον βαθμό έχει μελετηθεί η ιστορική διάστασή του».
«Ο ίδιος είχε εκφράσει την επιθυμία να γίνει μια αναδρομική έκθεσή του στην Αθήνα ήδη από το 1981, όταν έγινε η αναδρομική έκθεση στη Θεσσαλονίκη. Εφέτος τον Ιούλιο συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον θάνατό του, ενώ το 2010 είναι η επέτειος των 100 χρόνων από τη γέννησή του. Δεν ήθελα να περάσουν αυτές οι ημερομηνίες χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η αναδρομική έκθεση» λέει η Νίκη Γρυπάρη, ανιψιά του Γιάννη Τσαρούχη και πρόεδρος του ομώνυμου ιδρύματος στο Μαρούσι, η οποία επιμελείται την έκθεση μαζί με μια ομάδα ανθρώπων. Επειτα μας εξηγεί: «Η έκθεση ξεκινά με τα πρώτα έργα του, ακολουθούν εκείνα που έκανε κατά τη διάρκεια των σπουδών του, οι επιρροές του από τους δασκάλους του, Κόντογλου και Παρθένη, τα αφηρημένα και σουρεαλιστικά σχέδιά του και η εποχή που δημιουργεί επηρεασμένος από τον Ματίς αλλά και από τον Καραγκιόζη. Επονται τα έργα της μεγάλης αλλαγής, που ξεκίνησε με τη “Μέδουσα”, όποτε αρχίζει να ζωγραφίζει εκ του φυσικού. Η έκθεση ολοκληρώνεται με τους πίνακες που δημιούργησε στο Παρίσι, όπου δούλευε πολύ πιο συστηματικά και προετοιμάζοντας τα χρώματα».
Οσο και αν οι εργασίες για την προετοιμασία της έκθεσης προέχουν, όσο και αν οι συνεργάτες της την καλούν διαρκώς λέγοντας ότι «πρέπει να συνεχίσουμε», η Νίκη Γρυπάρη συνεχίζει να συζητά μαζί μου για λίγο ακόμη. Περπατά δίπλα μου όσο περιπλανιέμαι μπροστά στους «Ποδηλάτες», τα έργα του Τσαρούχη με θέμα το αλβανικό μέτωπο – ανάμεσα στα οποία και ένα πορτρέτο του λοχαγού του από την περίοδο κατά την οποία και ο ίδιος πολέμησε –, τα εκπληκτικά τοπία-πονήματα της δεκαετίας του ’60, τους πασίγνωστους «Ναύτες» του 1967 και 1968, τον «Αγιο Σεβαστιανό», έργο του 1971, τα «Καφενεία» τα οποία εμπνεύστηκε όσο ζούσε μακριά από την Ελλάδα, στο Παρίσι, και φυσικά τα θρυλικά «Ζεϊμπέκικα». «Η θητεία του στον Κόντογλου και στον Παρθένη τον βοήθησε πάρα πολύ. Ηξερε πώς να περνά από τα σκούρα χρώματα στα ανοιχτά. Περισσότερο χρόνο τού έπαιρνε να φτιάξει το φόντο και ο προπλασμός του μοντέλου δεν ήταν παρά η τελική δημιουργία. Ολη η σπουδή γινόταν πριν» αναφέρει, μεταξύ άλλων, η Νίκη Γρυπάρη και συμπληρώνει: «Πιστεύω ότι η πειθαρχία του τον βοηθούσε να έχει μια συνέχεια στα πράγματα που μάθαινε. Είχε έναν δικό του τρόπο να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται αυτά που άκουγε».
H φαντασία του, η ευφυΐα του, ίσως η απλότητα και τελικά αυτός ο μαγικός «δικός του τρόπος» συγκροτούν την πολυδιάστατη προσωπικότητα του Γιάννη Τσαρούχη και το πολυποίκιλο έργο του που χάρισε μοναδικές αναφορές στην ελληνική ζωγραφική, στο θέατρο και στον κινηματογράφο (όπου εργάστηκε ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος), αλλά και ένα σωρό αστείων φράσεων και περιστατικών που πολλοί σήμερα θυμούνται και αναπαράγουν, μνημονεύοντας τη δηκτικότητά του. «Τον συνοδεύει μια ανεκδοτολογία, αλλά εγώ θέλω να μιλήσω για τη ζωγραφική του» λέει ο Αλέκος Φασιανός, που υπήρξε μαθητής του: «Ο Τσαρούχης έδειξε το ελληνικό πνεύμα. Πριν από εκείνον, οι ζωγράφοι πήγαιναν στο Μόναχο για σπουδές, επέστρεφαν και έκαναν θεματικά ελληνική ζωγραφική, αλλά ο τρόπος του σκέπτεσθαι ήταν ξένος. Ο Τσαρούχης έβγαζε την ελληνικότητα μέσα από τη φτώχεια και πίστευε ότι από τον λαό προκύπτει η παράδοση. Ο τρόπος ζωγραφικής του σόκαρε τους άλλους. Μπορεί να ζωγράφιζε κάποιον να κάθεται σε μια καρέκλα και να ακουμπά στο γόνατο το χέρι του, το οποίο αναλογικά το έφτιαχνε πιο μεγάλο. Κάποιοι το έβρισκαν ασχεδίαστο, αλλά δεν ήταν. Πράγματα που εκείνος τα απέδιδε με φυσικότητα, άλλοι τα θεωρούσαν αφύσικα, διότι στο μυαλό τους είχαν τον καθωσπρεπισμό, ο οποίος δεν τον ένοιαζε καθόλου. Δεν υπάρχει τίποτε που να μη μου αρέσει στη ζωγραφική του Τσαρούχη, αντιθέτως».
Στον εκθεσιακό χώρο του πρώτου ορόφου στο Μουσείο Μπενάκη οι ζωγραφικές μακέτες σκηνικών για το θέατρο κοσμούν τις φωτισμένες βιτρίνες. «Είναι πολλοί οι Τσαρούχηδες. Ο Τσαρούχης του 1950 ήταν εντελώς διαφορετική περσόνα από τον Τσαρούχη του Παρισιού. Ηταν βέβαια πάντοτε δημιουργικός και ταλαντούχος, αλλά όταν ήταν νέος δεν νομίζω ότι είχε συναίσθηση της καλλιτεχνικής σημασίας του συνόλου στο οποίο συμμετείχε, αν και ήταν πανέξυπνος άνθρωπος. Εμένα με εκνεύριζε πολλές φορές στη συνεργασία, όταν ξαφνικά έλεγε ένα ανέκδοτο ή αντιμετώπιζε με χιούμορ ορισμένες ανάγκες του ντεκόρ. Το αποτέλεσμα ήταν, βέβαια, πάντοτε τέλειο. Εκανε εκπληκτικά σκηνικά» λέει σήμερα ο Μιχάλης Κακογιάννης, που συνεργάστηκε μαζί του στη «Στέλλα», στο «Κυριακάτικο ξύπνημα», στο «Κορίτσι με τα μαύρα», στο «Τελευταίο ψέμα», αλλά και στις «Τρωάδες» που ανέβηκαν το 1965 σε δική του σκηνοθεσία, στο Εθνικό Θέατρο του Παρισιού.
«Παρ’ όλο που ο Τσαρούχης εμπνεόταν από την πραγματικότητα και ήταν ένας ερωτικός ζωγράφος, πρέπει κανείς να δει τα έργα του μέσα από τον στοχασμό του, στοιχείο πολύ ενδιαφέρον και ξεχωριστό στην ελληνική πραγματικότητα. Ηθελα να του το πω αυτό και δεν έβρισκα τον τρόπο. Οταν τελικά κάποια στιγμή τού είπα “Ξέρετε κάτι; Με εντυπωσιάζει πάρα πολύ το είδος του στοχαστή που είστε”, το δέχτηκε πολύ απλά και μου απάντησε: “Ναι, αλλά είμαι λαϊκός στοχαστής”. Εννοούσε ότι είναι εμπειρικός, όχι ακαδημαϊκός» λέει η Μαρία Καραβία, συγγραφέας του βιβλίου «Ο στοχαστής του Μαρουσιού. Μνήμες και συνομιλίες με τον Γιάννη Τσαρούχη» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καπόν. «Θεωρώ ότι ο 20ός αιώνας σφραγίζεται από δύο προσωπικότητες, τον Καβάφη και τον Τσαρούχη. Εγώ ένιωθα να ταυτίζομαι μαζί του. Τώρα τον ανακαλώ στη μνήμη μου και θυμάμαι τη μορφή του με το ναυτικό αμπέχονο» αναφέρει ο Αλέξης Σαββάκης, ο οποίος υπήρξε φίλος του και έχει επίσης γράψει για τον Τσαρούχη, συμπληρώνοντας: «Εδινε πολλή σημασία στα απλά πράγματα. Αγαπούσε τον άνθρωπο και είχε μια σχεδόν θεολογικής ποιότητας φιλανθρωπία. Ηταν ικέτης των μικρών στιγμών».

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ. ΖΩΗ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

.
Κώστας Ταχτσής: Ζωή σαν μυθιστόρημα
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ (Έθνος, 11/2009)
Πάσχα του 1960. Σκίζει ό,τι έχει γράψει στην Αυστραλία -εκατοντάδες σελίδες- και ξεκινάει από την αρχή. Εκστασιασμένος από την επιστροφή του στην Ελλάδα, την οποία αντικρίζει ξανά ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, πιάνει την άκρη του νήματος και προσπαθεί να βγει από τον λαβύρινθο των αναμνήσεών του. Παραδομένος σε μια ανείπωτη ευτυχία, μαγεμένος από μια χώρα που είναι σαν να ανακαλύπτει για πρώτη φορά, ανασκευάζει, «διορθώνει» τη ζωή στο χαρτί. Με αισιοδοξία και χιούμορ.
Διαβάζει τα πρώτα πέντε κεφάλαια στον Εμπειρίκο. Εκείνος ενθουσιάζεται, το αποκαλεί από την πρώτη στιγμή «ένα ελληνικό έπος» και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει. Φορτώνει μια γραφομηχανή στη βέσπα που έχει φέρει μαζί του από το Σίδνεϊ και ξεκινάει για τον γύρο της Ευρώπης. Τα βράδια γλεντάει και τα πρωινά γράφει. Ετσι ολοκληρώνει «Το τρίτο στεφάνι». Σχεδόν απνευστί. Το βιβλίο που στοιχειώνει τον ίδιο αλλά και τη μεταπολεμική μας λογοτεχνία.
Αυτήν την εποποιία μιας εποχής, που μέσα από μονολόγους παραληρηματικούς, σχεδόν θεατρικούς (γεγονός πρωτόγνωρο στην ελληνική γραμματεία), καταφέρνει να αφηγηθεί τις ζωές δύο γυναικών και μέσα από αυτές ολόκληρη την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Με όλους τους ιδιωματισμούς των λαϊκών ανθρώπων, τους αστεϊσμούς, τις εντάσεις και τις συγκινήσεις του αρχετυπικού τους λόγου.
Αντιστρέφοντας τα πραγματικά γεγονότα, κάνοντας τα δραματικά να μοιάζουν περισσότερο κωμικά, και τα κωμικά λίγο σαν δραματικά, κρατώντας παρ’ όλα αυτά την τραγικότητα σε στιγμές συντριβής και απόγνωσης. Και χάρις στο μπόλιασμα της μυθιστορηματικής φόρμας, ο ταπεινός και τετριμμένος διάκοσμος γίνεται νεοκλασικό σκηνικό και η γλώσσα της γειτονιάς λογοτεχνικό ύφος που ξεπερνάει την ηθογραφία και το πέρασμα του χρόνου- γίνεται ιστορική μαρτυρία. Από την ειδυλλιακή αθηναϊκή μπελ εποκ μέχρι την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όπου κρατάει ίσες αποστάσεις από την αριστερά και τη δεξιά, σχολιάζοντας ευφυώς την ιδιοσυγκρασία του Ελληνα ανεξαρτήτως παράταξης.
Κι σε αυτό το «έπος της μικροαστικής Ελλάδας» (που ο ίδιος προτιμάει να χαρακτηρίζει «ιλαρο-τραγωδία»), με πρωταγωνίστρια την κυρά Εκάβη (δηλαδή τη γιαγιά του, δηλαδή την Ελλάδα), πρωταγωνιστής είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας. Σε μια πρόωρη παραδοχή -λογοτεχνικού- τρανσβεστισμού, μάλιστα, αφηγείται την ιστορία του μέσω της νύφης της Εκάβης, της Νίνας. Είναι το όνομα που αργότερα οικειοποιείται στις νυχτερινές του αναζητήσεις με την ιδιότητα του εκδιδόμενου τραβεστί, ενώ δηλώνει σε φιλολογίζουσες παρέες, λίγο για να σκανδαλίσει και λίγο για να υπερθεματίσει, «η Νίνα είμαι εγώ!»...
Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη. Παιδί χωρισμένων γονιών, τον πατέρα τον γνώρισε ελάχιστα. Η μάνα, ιδιαίτερα ανεξάρτητη για την εποχή της, τον «παραδίδει» και μεγαλώνει στα χέρια της Αθηναίας γιαγιάς του, που έχει βρεθεί στη Μακεδονία υπό τις ίδιες συνθήκες, πάνω κάτω, που βρέθηκε και η Εκάβη του «Στεφανιού». Και για τους ίδιους ακριβώς λόγους παίρνει τον εγγονό της και εγκαθίστανται στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, όπου ζει όλες τις περιπέτειες και τις σύγχρονες τραγωδίες της Ελλάδας. Ο Κώστας Ταχτσής περνάει την εφηβεία του σε ένα μητριαρχικό περιβάλλον, όπου τα αρσενικά πέφτουν συχνά θύματα των γυναικών, οι οποίες μηχανορραφούν εις βάρος τους, υφαίνοντας σαν τις αράχνες τον ιστό στον οποίο παγιδεύουν τους άντρες-θηράματά τους. Κι έτσι χάρη σε αυτές, διεισδύει από πολύ μικρός στη γυναικεία ψυχολογία -αντιζηλίες, προδοσίες, εκδίκηση- την οποία και αποδίδει τόσο αριστουργηματικά στο έργο του.
Ως ενήλικας, επιλέγει μια ζωή ακραία τολμηρή -ώς εξωφρενική: Ανοιχτά ομοφυλόφιλος από πολύ νωρίς (τον χαρακτηρίζει έντονα το αίσθημα της ελευθερίας) και υπέρμαχος της ειλικρίνειας και της συνέπειας λόγων και πράξεων όσο λίγοι, κάτι που στον πολυποίκιλο και πολυτάραχο βίο του δημιουργεί άπειρες προστριβές και έχθρες.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, φοιτητής της Νομικής ακόμα (την οποία ποτέ δεν τέλειωσε) γίνεται μέλος του κύκλου του «Βυζάντιου» και του «Μπραζίλιαν», των καφενέδων που στέγαζαν τις συζητήσεις και τα οράματα της πρώτης μεταπολεμικής -μεγαλοαστικής κυρίως- παρέας νεαρών διανοουμένων: Γιώργος Μακρής, Ελύτης, Γκάτσος, Χατζιδάκις, Αργυράκης, Νάνος Βαλαωρίτης -με τον οποίο συνδέεται φιλικά εφ’ όρου ζωής.
Κάνει μερικές ποιητικές απόπειρες με το «Περί ώραν δωδεκάτην» το ’53, και τη «Συμφωνία στο Μπραζίλιαν» το ’54, για να το πάρει απόφαση ότι δεν είναι «γεννημένος ποιητής», κι έτσι στην τελευταία του συλλογή «Καφενείο το Βυζάντιο», το ’56, βάζει τον Τσαρούχη και του φιλοτεχνεί το εξώφυλλο, με ένα αγγελτήριο θανάτου, «τελειώνοντας» με την ποίηση! Με τον ζωγράφο είναι γείτονες στις σοφίτες του περίφημου μεγάρου Καλλιγά στο Σύνταγμα, και οι σχέσεις τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους δεν διακρίνονται από μεγάλη σύμπνοια, αλλά μάλλον από ανταγωνιστική διάθεση. Σε αυτόν, εξάλλου, χρωστάει τη γνωστή ρήση: «Ο Ταχτσής κάνει γκελ με την άβυσσο»!
Εργάζεται ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου, στην Αθήνα βιοπορίζεται διδάσκοντας αγγλικά, και το ‘54 αρχίζει τις μεγάλες του εξορμήσεις -και περιπέτειες- ανά την Ευρώπη. Το ‘56 δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Παιδί και το δελφίνι», που γυρίζεται στην Υδρα με τη νεαρή τότε Σοφία Λόρεν, και τον επόμενο χρόνο φεύγει μετανάστης στην Αυστραλία. Στους «Αντίποδες» «ενηλικιώνεται»: Ξεκινάει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματός του και αρχίζει να εκδίδεται ως παρενδυτικός, μια συνήθεια που τον ακολουθεί στο υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τελευταίας -κυριολεκτικά- πνοής. Πάντα με το ίδιο μοτίβο: Σκεπτόμενος διανοούμενος το πρωί, ακροβάτης των σεξουαλικών ισορροπιών τη νύχτα.
«Το τρίτο στεφάνι» το εκδίδει πουλώντας ένα σπίτι στην Πλάκα, διανέμει τον Ιανουάριο του ‘63 μερικά αντίτυπα και φεύγει με το πρώτο καράβι, άρον άρον σαν απόδραση, για την Αμερική, όπου διανύει δύο συναρπαστικά και τρικυμιώδη χρόνια. Ο Βαλαωρίτης ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και του ζητάει ένα διήγημα για το πρώτο τεύχος. Του στέλνει από τη Νέα Υόρκη «Τα ρέστα». Παρόλο που επανέρχεται αυτοβιογραφούμενος, η μοντέρνα γραφή και η κριτική απόσταση από τα βιώματά του αποδεικνύουν, χάρη στην άρτια τεχνική του, την ωριμότητα και την εξελισσόμενη μαστοριά του ως πεζογράφου. Με αφορμή τα επόμενα τεύχη, και ως μέλος της συντακτικής ομάδας του «Πάλι», πίσω στην Αθήνα, ολοκληρώνει σειρά διηγημάτων, κάτι σαν «ένα μυθιστόρημα αλυσίδα» όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, που κάτω από τον τίτλο του πρώτου αποτελούν τη συλλογική έκδοση του ‘72.
Η δικτατορία τού στερεί τη μαζική επανέκδοση του «Στεφανιού», καθώς ο Δεσποτίδης των εκδόσεων «Θεμέλιο», που του το προτείνει, συλλαμβάνεται την ώρα που στη Γαλλία εκδίδεται σε μετάφραση του κορυφαίου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ. Συνυπογράφει τη «Δήλωση των 18 κατά της λογοκρισίας», ενώ οι συναναστροφές του πια περιλαμβάνουν από τον Σεφέρη μέχρι τον Ιόλα, τον Φασιανό και τον Ακριθάκη, οι οποίοι αποδεικνύονται καρδιακοί φίλοι. «Το τρίτο στεφάνι» αναπάντεχα διαδίδεται χάρις στους πολιτικούς κρατουμένους του Κορυδαλλού, περνώντας από χέρι σε χέρι. Το 1973, ο Αγγελόπουλος συνεργάζεται μαζί του στο σενάριο του «Θιάσου», ξεχνώντας να βάλει το όνομά του στους συντελεστές.
Η μεταπολίτευση φέρνει ελπίδες για τις νέες προοπτικές της σύγχρονης Ελλάδας. Γίνεται σύμβουλος λογοτεχνίας στην κρατική τηλεόραση και συν-σχεδιάζει μαζί με τον Χατζιδάκι το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως παραιτείται, συνειδητοποιώντας ότι, φύσει και θέσει ανένταχτος κι ελεύθερος, είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με τους αυλοκόλακες και τα τερτίπια του κατεστημένου.
Διασκευάζει εξαιρετικά για τη φίλη του Ελλη Λαμπέτη το ’75 την πρωτοποριακή «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» και το ’78 τη «Φιλουμένα», ενώ εξοργίζει την πλειονότητα των αρτηριοσκληρωτικών φιλολόγων, μεταφέροντας τον Αριστοφάνη σε σύγχρονες πολιτικοκοινωνικές αντιστοιχίες -«Λυσιστράτη», «Βατράχους», «Εκκλησιάζουσες», όλα παραγγελίες του Σπύρου Ευαγγελάτου- με τη χρήση λαϊκού ζωντανού λόγου και «καλλιαρντών» (την αργκό των τραβεστί). Ολα αυτά, στον κολοφώνα της δόξας του ?το «Στεφάνι» πια μπεστ σέλερ και το δοκιμιακό «Η γιαγιά μου η Αθήνα» του ’79 να τον ανάγει σε ζωντανό μύθο του αθηναϊκού γίγνεσθαι.
Στη δεκαετία του ’80 αναλώνεται σε φοβερές συγκρούσεις με τους παρενδυτικούς της Συγγρού, μια πολύπλοκη ρήξη με αφετηρία την ίδρυση του απελευθερωτικού κινήματος των γκέι, και η δημοσιοποίηση της προσωπικής του ζωής οδηγεί στην ακύρωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Τρίτου στεφανιού» από τον Αγγελόπουλο και τον Κακογιάννη. Με αυτό το παράπονο φεύγει, θύμα μιας μυστηριώδους δολοφονίας από εραστή-πελάτη στο σπίτι του στον Κολωνό, ξημέρωμα της 26ης Αυγούστου του 1988, σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών. Αφήνοντας ημιτελή μια εξαιρετικού ύφους και αφηγηματικής πυκνότητας προφητική αυτοβιογραφία «Το φοβερό βήμα», όπου πρόλαβε να πει τα πάντα για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους υπόλοιπους, κάποιος -άθελα του ή προσχεδιασμένα- φρόντισε να μην προλάβει...
Περί ελευθερίας
«...Ετσι, κατέληξα και στον έρωτα ό,τι και σ’ όλα τα άλλα, δηλαδή να είμαι κάτι και συγχρόνως να μην είμαι. Να είμαι κι εδώ κι εκεί και παντού... Φαντάζομαι ότι αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που με πιάνει ασφυξία ακόμα και στην ιδέα ότι μπορεί ν’ ανήκω επίσημα και τελεσίδικα σε μια οποιαδήποτε κλειστή ομάδα ή οργάνωση, κι αυτός είναι πάλι εν μέρει, ο λόγος που δεν πολυπιστεύω στην αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε αγώνα μέσα από οργανώσεις. Πιστεύω ότι την αληθινή ελευθερία -κατ’ αντιδιαστολή προς τις πρακτικές ελευθερίες της καθημερινής ζωής- την κατακτάει κανείς μόνος του».
«Μια συνέντευξη» από το βιβλίο «Η γιαγιά μου η Αθήνα»
Και του λιμανιού και του σαλονιού
«...οι ανορθόδοξες ερωτικές μου συνήθειες, που είναι εξ’ ορισμού αταξικές, μ’ έμαθαν να μην κάνω κοινωνικές διακρίσεις. Εδώ πρέπει να εξομολογηθώ κάτι: Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν κατάφερα να ταυτιστώ με μια τάξη, ούτε με τους αστούς, ούτε με το λαό. Πάντα αισθανόμουν ότι ήμουν έξω, κάτι αλλιώτικο. Ούτε στο λούμπεν προλεταριάτο ανήκα ποτέ, ούτε στη μεγάλη κοινωνία, ούτε πουθενά. Τους έβλεπα όλους λίγο απέξω, λίγο αντικειμενικά, δηλ. μπορούσα τη μια στιγμή να είμαι με εργάτες και να φερθώ ανάλογα και την άλλη στο σαλόνι της κυρίας τάδε και να φερθώ επίσης ανάλογα. Μ’ όλους έκανα λίγο θέατρο».
«Διαβάζω», Μάιος-Οκτώβριος 1986
Αναλύοντας «Το τρίτο στεφάνι»
«Ο θρήνος ταιριάζει στις γυναίκες κι αυτό με βόλευε. Oπως όλες τις "πατρίδες", έτσι και την Ελλάδα τη φανταζόμαστε και την παριστάνουμε, παραδόξως, σαν γυναίκα. Μια γυναίκα, λοιπόν, ταυτίζεται πολύ εύκολα με την ίδια την Ελλάδα. Ετσι, όταν διαμαρτύρεται και κλαίει η ηρωίδα, διαμαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω -να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω με την Ελλάδα. Αλλ’ από την άλλη μεριά δεν ήθελα και να περιοριστώ στο κλάμα. Ηθελα να τελειώσω με μια νότα αισιοδοξίας και κατάφασης, που κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό των Ελλήνων σαν φυλής κι επί πλέον αισθητικά απαραίτητο. Αλλιώς το "Τρίτο στεφάνι", ήδη αρκετά καταθλιπτικό, θα γινόταν μια θηλιά γύρω απ’ το λαιμό του αναγνώστη».
Συνέντευξη στον Γ.Κ.Πηλιχό, περιοδικό «Ταχυδρόμος»

ΟΙ ΛΕΣΒΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ 1

Μόλις φόρεσε το καπέλο του εκείνο το θεότρελο το μικρόπονο η Λέλα, η Θελξινόη η ανυπόμονη έσκυψε και το φίλησε στο στόμα πολλή… πολλήν ώρα’ ύστερ’ αγκαλιαστήκανε να φύγουνε:
- Φεύγεις, Λέλα μου!... πρωτομιλούσε’ η Κατίνα.
Επειδής και ξαφνιάστηκε το μικρό, η Κατίνα είπε πάλι:
- …άμποτες μιαν ώρ’ αρχύτερα, παιδί μου Λέλα!... μια ώρα αρχύτερα να δεις κι εσύ τη λευτεριά σου!
Τα μάτια της βουρκώσανε:
- …κι ό,τι λαχταράει η ψυχή σου, κόρη μου!...Κι ο Θεός!... ο Θεός πάντα μαζί σου!...
Η Θελξινόη πειράχτηκε, το πήρε αλλιώτικα.
- Φτάνει πια τα καραγκιοζιλίκια!... Γιατί δεν μπορώ πια… δεν μπορώ εγώ να βλέπω πουτανιές!...
Ύστερα φύγανε αγκαλισμένες οι δυο οι αγαπητικές και μήτε καληνυχτίσανε.

Πέτρος Πικρός: Σα θα γίνουμε άνθρωποι (Άγρα, 2009)
.
.
Ύστερα από τόσο γλέντι κι από τόση κούραση, ξαπλωμένη μες στο κρεβάτι, ξαναθυμότανε η Ζιζέλ τις συγκινήσεις τις βραδιάς. Πάει κι απόψε.
Αύριο να δούμε. Βλέποντας την υπηρέτριά της να σιάζει τις βελούδινες κουρτίνες πήγε κάπου ο νους της. Στριμώχτηκε μέσα στο κρεβάτι, έγινε ένα κουβαράκι κι άφησε τα λεπτά χεράκια της να τρέχουν πάνω στο κορμί της. Έλεγες και χαϊδευότανε η ίδια. Μια μπερδεμένη εικόνα παρουσιάστηκε στο μυαλό της, μόλις έκλεισε τα μάτια της… Οι αλήτες… ο Τζούλιο… Αλήθεια νά’ ταν εδώ τώρα ο Τζούλιο…
- Μαρή-Ροζ, αχ! Αλήθεια, σε καμάρωνα τώρα δα, έτσι που στεκόσουνα… Όμορφο στήθος κι οι γλουτοί αλήθεια!... Να, εκεί μέσα, Μαρή-Ροζ, πάρε κι ένα για σένα… δεν πειράζει… είναι από κείνα που ξέρεις…. Δεν καπνίζεις; Να! Κουτή… Σου το επιτρέπω… Για σκύψε να σου πω… Τι; Έβαψες τα χείλια σου; Μη φοβάσαι… Άκου δω… έρχεσαι απόψε να… Λίγο ακόμα και θα ξεχνιότανε η κυρία Φουρνιέ…
Με τη Μαρή-Ροζ; Την υπηρέτρια; Να το διαλαλήσει καλέ στον κόσμο… αυτά τα άθλια πλάσματα!... Μήπως, τι; Αν δεν την είχε στην υπηρεσία της, δε θά ‘ταν κι αυτή εκεί στο υπόγειο;…
Ξέσπασε στα γέλια η Ζιζέλ κι άφησε να πέσει απότομα το κεφάλι της υπηρέτριας που το κρατούσε με τα δυο της χέρια…
- Πού να σ’ τα λέω καημένη… Δεν ξέρεις τι μου θύμισες, έτσι δα, σαν έπεφτε το κεφάλι σου… Για πες μου, Μαρή-Ροζ, αν δεν σε είχα στην υπηρεσία μου… Καλέ, μου έγινες κοκέτα. Βάζεις και μυρουδιές!... κάπνισε κι εσύ! Αχ! Έλα!... Μαρή-Ροζ…γλυκό μου κορίτσι!...Θέλεις να μείνουμε απόψε; Αχ! Θέλεις;… Ναι απόψε...

Πέτρος Πικρός: Χαμένα κορμιά (Άγρα, 2009)
.
.
Ο Β’ κύκλος εκδηλώσεων " Ξαναδιαβάζοντας… συγγραφείς και κείμενα του 20ου αιώνα" συνεχίζεται με αφιέρωμα στον Πέτρο Πικρό. Το αφιέρωμα θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο, 9 Ιανουαρίου (ώρα 1 μ.μ.), στο χώρο του Πολύεδρου (Κανακάρη 147, Πάτρα).
Παρουσιάζει: η Χριστίνα Ντουνιά, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

8.1.10

ΝΑΙ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΟΜΟΦΥΛΩΝ, ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

.
Το πορτογαλικό κοινοβούλιο υιοθέτησε σήμερα σε πρώτη ανάγνωση το νομοσχέδιο της σοσιαλιστικής κυβέρνησης που νομιμοποιεί το γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων, αλλά απέρριψε τις προτάσεις της άκρας αριστεράς και των πρασίνων για την υιοθέτηση παιδιών από τα ζευγάρια των ομοφυλοφίλων.
Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης, του οποίου υπεραμύνθηκε από το βήμα της βουλής ο πρωθυπουργός της χώρας Ζοζέ Σόκρατες, ο οποίος στην ομιλία του εξήγησε ότι η κυβέρνησή του θέλει «να αποκαταστήσει τις αδικίες που γίνονταν επί δεκαετίες σε βάρος των ομοφυλοφίλων» και υπενθύμισε ότι έως το 1982 η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικά κολάσιμη στην Πορτογαλία, ψηφίστηκε σχεδόν από το σύνολο των βουλευτών της αριστεράς, οι οποίοι αποτελούν την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, ενώ η δεξιά ψήφισε κατά. Το νομοσχέδιο αυτό θα πρέπει τώρα να συζητηθεί στις επιτροπές πριν υιοθετηθεί οριστικά και τεθεί σε ισχύ. (Ναυτεμπορική, 8/1/2010)

ΑΛΚΟΟΛ ΚΑΙ ΛΑΓΝΕΙΑ ΣΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

.
Αλκοόλ και λαγνεία στα πάθη του Καβάφη
Του Μανώλη Πιμπλή (Τα Νέα, 22/12/2009)
Η ερωτοπάθεια στην καβαφική ποίηση δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ομοφυλοφιλία αλλά με σειρά από πάθη, σύμφωνα με τελευταίες μελέτες των αρχείων του
«Η ζωή μου περνά μέσα σε διακυμάνσεις ηδονικές, μέσα σε συλλήψεις- πραγματοποιημένες ενίοτε- ερωτικές. Τo έργον μου πάει προς στην σκέψι. Εργάζομαι σαν τους αρχαίους. Έγραφαν ιστορία, έκαμναν φιλοσοφία, δράματα μυθολογικής τραγικότητος- ερωτοπαθείς- τόσοι τους- όμοια σαν εμένα», έγραφε ο Κωνσταντίνος Καβάφης τον Ιούνιο του 1910.
Ποιες όμως ήταν οι ηδονές και τα πάθη του; «Η έννοια της ερωτοπάθειας στον Καβάφη συνδέεται περισσότερο με την υποθετική εμπειρία και αφορούσε τη συνολική συγγραφική εμπειρία του», πιστεύει ο καβαφιστής Μιχάλης Πιερής, καθηγητής και κοσμήτορας στο Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας. Το βασικό νέο συμπέρασμα που εξάγεται από τη νέα ενδελεχή μελέτη των αρχείων Καβάφη που τηρούσε ο Γ.Π. Σαββίδης- ανακοινώθηκε και στα 11α Καβάφεια σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια- είναι ότι «η ποιητική εκδήλωση του ερωτικού Καβάφη είναι μια υπόθεση πολύ πιο σύνθετη απ΄ ό,τι υποψιάζονται ορισμένοι οι οποίοι έχουν επιχειρήσει να τον ανθολογήσουν ή να τον μελετήσουν δίνοντας βάρος αποκλειστικά και μόνο σε μια διάσταση, αυτήν της ερωτικής ομοφυλοφιλικής σχέσης».
Σημασία είχαν για τον Καβάφη και άλλες εκδοχές «πάθους», λέει ο μελετητής, όπως για παράδειγμα: «το πάθος του αλκοολισμού, όπως αυτό φαίνεται σ΄ ένα ποίημα όπως το “Μισή Ώρα”· το πάθος της λαγνείας και της ερωτικής πλάνης· το πάθος της μονήρους εμπειρίας, όπως αυτή εκφράζεται στο ποίημα “Πολυέλαιος” που φαίνεται ότι συμβολίζει το πάθος του αυνανισμού». Αλλά και πάθη διανοητικά, όπως «το πάθος που συνδέει την ηδονή με τη γνώση» (στο ποίημα «Δυνάμωσις») ή «το πάθος που σχετίζεται με θέματα ποιητικής» (στο ποίημα «Νόησις»). Όπως και πάθη πολιτικά ή πάθη που σχετίζονται με την ιστορική συνείδηση, όπως φαίνεται στο ποίημα «Η μάχη της Μαγνησίας».
Αφορμή για την εξαγωγή αυτών των συμπερασμάτων είναι ένα άλλο «πάθος» του μεγάλου ποιητή. Το πάθος του για την τάξη. Στην καθημερινότητά του, λέει ο Μιχάλης Πιερής, ο ποιητής έκανε «σχολαστική απογραφή των μεγάλων και των μικρών εξόδων, των μεγάλων και των μικρών εργασιών, των καθημερινών υποχρεώσεων και με τη σύνταξη ποικίλων πινάκων και καταλόγων». Έκανε και καταλόγους ποιημάτων γραμμένων στην καθαρεύουσα, αποκηρυγμένων, ατελών, χρονολογικούς πίνακες σύνθεσης ποιημάτων αλλά και θεματικούς (με βάση έναν κεντρικό χαρακτήρα τους που αφορούσε στην ιστορία, στη θρησκεία, στον απολεσθέντα χρόνο και τη φθορά, στον εγκλεισμό...).
Έκανε όμως και μια θεματική κατάταξη με τίτλο «Πάθη» που, κατά τον Μιχάλη Πιερή, είναι «η πιο ενδιαφέρουσα για την κατανόηση της καβαφικής τέχνης». Περιλαμβάνει σε αυτή 57 ποιήματά του και παίρνει εντέλει τη μορφή «λανθάνουσας συλλογής» που δεν ολοκληρώθηκε. «Εκείνο που μας δείχνει είναι ότι το ερωτικό/ηδονικό θέμα στον Καβάφη δεν περιορίζεται σ΄ ένα “πάθος”, αυτό της ομοφυλοφιλικής ερωτικής εμπειρίας, αλλά αφορά στα πάθη ενός μεγάλου δημιουργού, ενός συνειδητού τεχνίτη και σε θέματα καλαισθησίας και αισθητικής, στα οποία είχε μιαν εμπαθή (με την αρχαία έννοια του όρου) στάση». Αυτό προκύπτει και από την αντιπαράθεσή του με την μποντλερική άποψη περί ηδονής: «Με φαίνεται ότι ο Βaudelaire ήταν κλεισμένος μέσα σε πολλή στενό κύκλον ηδονής. Χθες τη νύκτα αίφνης· ή την παρελθούσα Τετάρτη· και τόσες άλλες φορές έζησα, κ΄ έπραξα, και φαντάσθηκα, και σιωπηλά ερρύθμισα πιο παράξενες απολαύσεις».
Στα Καβάφεια- που οργάνωσαν η ελληνική πρεσβεία, το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καΐρου και το Παράρτημα Αλεξάνδρειας του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, χωρίς να αποφευχθούν και οργανωτικά προβλήματα- βραβεύτηκαν οι ποιητές Μιχάλης Γκανάς, Φουάντ Ταμάν και οι πεζογράφοι Δημήτρης Δημητριάδης, Γκαμάλ Ελ Γκιτάνι. Ανακοινώσεις για το έργο του Κ. Π. Καβάφη στο εξωτερικό (πρόεδρος συνεδρίας: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου) έκαναν οι Σόνια Ιλίνσκαγια, Έλενα Λαζάρ, Ζντράβκα Μιχαήλοβα, Σαμουήλ Μπισάρα, Βικέντιος Γκονζάλεζ Φερναντέζ, Μαρία Πάολα Μινούτσι, Μάρθα Βασιλειάδη.
Ο Καβάφης στον κόσμο
Ρουμανία: το 1939 πρωτοεκδόθηκε καβαφική ποίηση στα ρουμανικά. Ο προπάππος του ποιητή, Ιωάννης Καβάφης, υπήρξε κυβερνήτης του Ιασίου. Οι Καβαφίδες δούλεψαν στον Δούναβη, στη Βλαχία, κυρίως στον τομέα της εμπορίας σιτηρών.
Ρωσία: η πρώτη έκδοση καβαφικής ποίησης άργησε πολύ: το 1984, επί Μπρέζνιεφ (μετάφραση: Σόνια Ιλίνσκαγια). Αποκλείστηκαν όμως τα ερωτικά ποιήματα στα οποία δεν διακρινόταν καθαρά το φύλο του ερωτικού εταίρου. Την τελευταία δεκαετία υπάρχει έκρηξη ενδιαφέροντος για τον Καβάφη.
ΗΠΑ: Η νέα μετάφραση των απάντων του Καβάφη από τον Ντάνιελ Μέντελσον έτυχε πρωτοφανούς υποδοχής.
Βουλγαρία: έχουν υπάρξει πέντε εκδόσεις στη βουλγαρική γλώσσα, όλες είναι εξαντλημένες.
Ισπανία: υπάρχουν πάνω από 100 εκδόσεις καβαφικής ποίησης. Κάθε χρόνο πωλούνται 5.000 αντίτυπα βιβλίων του Κ.Π. Καβάφη. Το ποίημα «Θυμήσου σώμα» έχει εμπνεύσει πλήθος καβαφογενών ποιημάτων στα ισπανικά
Ιταλία: υπάρχουν πολλές και καλές μεταφράσεις του Καβάφη στα ιταλικά. Όλες πιστές και ταυτόχρονα διαφορετικές.
Ελβετία: η διεθνής διαδρομή του Καβάφη ξεκίνησε από τις γαλλόφωνες μεταφράσεις.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ. ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΑΟΥΪ


.

David Bowie (8/1/1947 - )
Bowie's significance for queer culture is deeply contradictory, since his claims to be gay or bisexual were almost certainly never anything other than a publicity-seeking gambit. Wearing elements of drag and heavy makeup was an intrinsic part of this theatricality, rather than the expression of any inner queerness.(…)
It is an indication of the repressive invisibility of gayness in 1970s Britain that, however cynical and (arguably) homophobic Bowie's flirtation with queer sexuality, it is remembered as liberating and exhilarating by many gay men in both the United Kingdom and the United States.
(glbtq.com)

7.1.10

Η ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ. Ο ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕ ΦΙΛΙΕΣ, ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ, ΕΠΙΛΟΓΕΣ, ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

Επιτέλους ο Τσαρούχης!
Της Μικέλας Χαρτουλάρη (Τα Νέα, 24/12/2009)
«Μου αρέσει να ζωγραφίζω γυμνά, γιατί έτσι μπορεί κανείς να κατανοήσει την ψυχική γεωμετρία του ανθρώπου», έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης στα 72 του, το 1982. Αυτός ο ιδιοφυής δημιουργός με το πολύτροπο έργο, απεικόνιζε και εξέθετε ομοερωτικά θέματα από τα μέσα του ΄30, αλλά ως τα τέλη του ΄80 μετρούσε τα λόγια του για τα όσα ζωγράφιζε. Το ζήτημα της πρόδηλης ή συγκαλυμμένης ομοφυλοφιλικής ερωτικότητας ορισμένων πολύ σημαντικών πινάκων του (με τους γυμνούς και ντυμένους ναύτες π.χ.) ήταν ένα είδος ταμπού που το σέβονταν ιστορικοί και κριτικοί τέχνης. Αλλά και το ζήτημα της προσωπικής ερωτικής ζωής του, ο ίδιος δεν το έθεσε ποτέ δημόσια. Πειθαρχούσε στους κώδικες και στις απαγορεύσεις των ηθικών και κοινωνικών συμβάσεων και αποσιωπούσε τα βιώματα, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Αυτό το ταμπού σπάει ο Ευγένιος Ματθιόπουλος με μια κριτική μελέτη-τομή που δημοσιεύεται στον επίσημο κατάλογο του Μουσείου Μπενάκη για την αναδρομική έκθεση με τα 680 έργα του Τσαρούχη. Με απόλυτη επιστημονική σοβαρότητα, σε τόνο δωρικό και όχι εντυπωσιοθηρικό, αυτός ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης αποδομεί για πρώτη φορά τη σημασία της ομοφυλοφιλίας του Τσαρούχη, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του. Το εκτενές κείμενό του λειτουργεί σαν μονογραφία ταιριαστή με τους προβληματισμούς τού 21ου αιώνα. Μία μονογραφία που θεσμοθετεί θα έλεγε κανείς, στα ελληνικά πράγματα, μια πιο σύνθετη ανάγνωση του έργου του Τσαρούχη. Μια μονογραφία που θα γράψει ιστορία, δικαιώνοντας την παρεμβατική πολιτιστική πολιτική του Μπενάκη, αλλά και τη γενναιότητα της ανιψιάς του ζωγράφου Νίκης Γρυπάρη, προέδρου του Δ.Σ. του Ιδρύματός του. «Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας του Τσαρούχη δεν μας ενδιαφέρει μόνο, στενά, ως μια ιδιαίτερη θεματική ενότητα των έργων του», σημειώνει ο Ματθιόπουλος. «Μας ενδιαφέρει επειδή έχει καθοριστικό, λειτουργικό ρόλο τόσο στον τρόπο που σκεπτόταν και έβλεπε όσο και στο σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων στον βαθμό που καθόριζε φιλίες, συνεργασίες, συμπάθειες ή αντιπάθειες, στον βαθμό που προκαθόριζε επιλογές και δυνατότητες». Σήμερα που έχουν αναπροσανατολιστεί τα μυαλά, τα ήθη, και οι αξίες της ελληνικής κοινωνίας, σήμερα που η κριτική της τέχνης χρησιμοποιεί και κοινωνιολογικά- ανθρωπολογικά εργαλεία, το έδαφος για μια τέτοια προσέγγιση είναι πρόσφορο.
Ήδη στο διάστημα 2003- 2007 υπήρξαν στο εξωτερικό έμφυλες αναγνώσεις του Τσαρούχη, που εστίασαν στο βλέμμα, στην ηδονή, την απεικόνιση του ομοερωτισμού, όμως με μια μονομανία συχνά παραμορφωτική. Ο Ματθιόπουλος δεν πέφτει σ΄ αυτή την παγίδα όταν σπάει την ομερτά και έτσι ανοίγει πράγματι έναν δρόμο για να αποκατασταθεί στη δημόσια σφαίρα η αποσιωπημένη πλευρά της ζωής και της δημιουργίας του Τσαρούχη.
Το πολύ ενδιαφέρον με τον Τσαρούχη είναι ότι ο ίδιος «επιδίωξε να προδιαγράψει και να στερεώσει την ιστορική και αισθητική ερμηνεία του έργου του» μέσα κυρίως από έναν καταιγισμό εξομολογητικών καταθέσεων, στις οποίες επιδόθηκε με υπερβολή μετά τη Μεταπολίτευση. Έτσι, λέει ο Ματθιόπουλος, παρέσυρε τους μελετητές του στις δικές του παραδοχές, επισημάνσεις και αποσιωπήσεις, εγκλωβίζοντάς τους στον μύθο του. Αυτή η «αυτοβιογραφική στρατηγική» μάς δείχνει την ιδιοφυΐα του, αλλά και την πρεσβυωπία μας. Η μονογραφία του Γ. Πετρή για τη ζωγραφική του (1975), η εμπεριστατωμένη διατριβή της Ειρήνης Φλώρου (1989, 1999), οι ανθολογίες άρθρων του Τσαρούχη που επιμελήθηκε ο Θ. Νιάρχος, οι συζητήσεις του και τα βιωματικά στιγμιότυπα στον Στοχαστή του Μαρουσιού της Μαρίας Καραβία, το αυτοβιογραφικό κείμενό του στον τόμο του Ιδρύματος Τσαρούχη (1990), το πορτρέτο του από τον καθηγητή Ν. Χατζηνικολάου (2000)- όλα σκοντάφτουν στο «ταμπού της ομοφυλοφιλίας του». Αντίθετα, ο Ματθιόπουλος προσεγγίζει τον Τσαρούχη με «σεμνή αναίδεια», όπως λέει και ο τίτλος της μελέτης του. Διαβάζει κριτικά το πλήθος των μαρτυριών που μας τον συστήνουν (συνεντεύξεις, δηλώσεις, εκμυστηρεύσεις κ.ά.), κωφεύοντας στο πλεόνασμα των επαίνων. Φωτίζει το εσωτερικό μέτρο με το οποίο έκρινε ο Τσαρούχης τον εαυτό του, εξηγεί τις επιλογές του ως προς π.χ. τους δασκάλους του (Σικελιανό, Αγγ. Χατζημιχάλη, Παρθένη, Κόντογλου, Πικιώνη, Σ. Σπαθάρη), εμβαθύνει στον μυστικισμό του, αναλύει το αντιφατικό ιδανικό του (αγωνία του απόλυτου και παραδοχή του μέτρου). Επιπλέον εντοπίζει τους αποκλεισμούς που υπέστη επειδή εξέφρασε εικαστικά τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, όταν κανείς άλλος στην Ελλάδα δεν το έκανε (αυτός είναι κατά τον συγγραφέα ο πραγματικός λόγος για τον οποίο δεν μπόρεσε να διεκδικήσει θέση καθηγητή στην ΑΣΚΤ) και καταλήγει ότι διάλεξε τη σιωπή επειδή κατάλαβε ότι δεν ήταν δυνατός ένας δημόσιος διάλογος για την ομοφυλοφιλική πλευρά της ζωγραφικής του και καμία ανιδιοτελής αναγνώριση της ιδιωτικής ζωής του.
Σκύβουμε όπως σκύβουμε στον Τσαρούχη, στην ιδιοφυΐα του, στην ανησυχία, στα βάσανά του, επειδή το παράδειγμά του εξακολουθεί να μας εμπνέει· επειδή τον έχουμε ανάγκη, γράφει ο Ματθιόπουλος. Αυτό το επιβεβαιώνουν και οι υπόλοιποι συγγραφείς του καταλόγου (Γρυπάρη, Λεβίδης, Ομπολένσκι, Καραβία, όπως παλιότερα οι Εμπειρίκος και Ελύτης).
Ωστόσο τα μηνύματα των Τσαρούχηδων σπάνια περνούν τα τείχη της χώρας μας, σχολιάζει ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβορριάς. Και στηλιτεύει την «ασυγχώρητη ολιγωρία» της Πολιτείας (αλλά και των ιστορικών τέχνης) ως προς τη διεθνοποίηση του νεοελληνικού πολιτιστικού προϊόντος. Ο Τσαρούχης θα μπορούσε πράγματι να γίνει μία από τις λοκομοτίβες της! Αλλά ακούει κανείς;

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ. ΦΡΑΝΣΙΣ ΠΟΥΛΕΝΚ

.
The French composer Francis Poulenc (1899-1963) is often dismissed as the lightweight composer of short, clever pieces, lumped in with the rest of "Les Six." In this volume--one of Phaidon's 20th-Century Composers series--author Benjamin Ivry argues for more consideration and respect for the man who wrote Dialogues of the Carmelites.
The consistent wit and charm of Francis Poulenc (1899-1963) has often led to an underestimation of its value, yet there is now a growing recognition of his stature to which this biography will add. Admired for his fine songs and relgious works, he is perhaps best known for his humorous, insouciant pieces. From the freshness of his ballet "Les Biches", composed for Diaghilev in 1924, to his ambitious 1956 opera, "Dialogues des Carmelites", the author discusses Poulenc's work in the context of his homosexuality and against the colourful background of Paris in the first half of the century. His friendships with such key figures of the time as Jean Cocteau, Igor Stravinksy and Darius Milhaud were complex, but always artistically enriching. For 25 years he toured as an accompanist to the great French baritone, Pierre Barnac, for whom he wrote many of his works, and also performed as piano soloist in some of his own compositions. Despite the contradition between Poulen'c frequent homosexual encounters and his Catholic piety, he accepted both aspects of his nature, and was directly inspired by his lovers when composing some of his best religious music. His own self-image as an ageing homosexual was expressed indirectly in his one-act opera, "La Voix humaine" (1958) and more explicitly in the vocal work "La Dame de Monte Carlo" (1961). The composer's love affairs with working-class men and his sensitivity about his role in wartime occupation France have always been somewhat obscured; in this fresh insight into Poulen'c life, the author uses recently published documents to shed new light on the composer and the man. A full range of existing documents is cited to form a three-dimensional portrait of the complex and sometimes contradictory composer (amazon.com)
.



ΟΜΟΦΥΛΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Image Hosted by ImageShack.us
.
FEMALE ALBATROSS COUPLE INCUBATING EGG
Conservation rangers in New Zealand have confirmed two female royal albatrosses are incubating an egg on the Otago Peninsula, the world’s only mainland breeding colony of these endangered sea birds.
News of the unusual pair came after suspicions there are two male yellow eyed penguins also incubating an egg on the peninsula, 30 minutes from Dunedin city centre.
Rangers have had the albatross couple sitting on a dummy egg in case the relationship did not last and the nest was deserted. However, both are proving to be good parents and are said to be happy to be incubating. The original egg has now been returned to the nest.
Two breeding seasons ago the pair attempted to nest an egg with a male albatross. Last year the threesome returned to the breeding colony but failed to nest at all.
The chick is expected to hatch in January when its female parents will feed and nurture it. Once the chick becomes fully fledged and takes off on its first flight it will stay at sea for three to six years without touching land.
Albatross have endearing characteristics similar to the yellow eyed penguin who can only be found on New Zealand’s south east coast and outer islands. Both rare species tend to have one partner for life. ‘Divorce’ mostly occurs when nesting fails. The divorce rate of a yellow eyed penguin is around 7 percent.
Penguin Place is a private conservation reserve nearby The Royal Albatross Centre and is home to the ‘gay penguin couple’.
Like albatross, the yellow eyed penguins prefer to breed in private. Penguin Place have built shelters and replanted native bush to provide privacy for the modest creatures.
At the end of each day the penguins return from sea to their private shelters and greet their partners with a loud screech. Single penguins search for potential partners by making similar loud screeching sounds. The Maori name for yellow eyed penguins is hoiho which translates to ‘noise shouter’.
The Otago Peninsula was recently named in the world’s top ten destinations for twitchers (bird watchers) by Lonely Planet. In addition to albatross and yellow eyed penguins the peninsula is home to New Zealand fur seals, sea lions, hectors dolphins, little blue penguins and cormorants.
The Royal Albatross Centre run guided tours of Taiaroa Head. Visitors learn about the breeding process and see albatross soar across the sea using their impressive three metre (9’6”) wing span. They can also board a Monarch Wildlife Cruise to see the birds reach speeds of 115kph.
Penguin Place operates 90 minute tours of the reserve with all profits going back towards conserving the penguins. (starobserver.com.au, 23/12/2009)

6.1.10

"ΜΑΥΡΗ" ΑΦΡΙΚΗ 1. ΜΑΛΑΟΥΪ

Image Hosted by ImageShack.us
.
Gay Malawi couple charged with indecency over ceremony
A gay couple in Malawi who held a public wedding ceremony have been arrested and charged with public indecency.
Tiwonge Chimbalanga and Steven Monjeza had a tradiitonal ceremony in the south African country on Saturday.
Malawi has severe penalties against homosexual acts, commonly punishing gay sex with up to 14 years in prison.
Attempts lin 2007 by human rights lawyers to repeal the code were flatly rejected by the government's legal affairs committee.
Police spokesman Dave Chingwalu told Reuters: "We arrested them last night at their home and charged them with gross public indecency because the practice is against the law."
He added that the couple would be held pending further investigations and may face other charges. (pinknews.co.uk, 29/12/2009)

Malawi gay marriage trial expected next week
The trial of two gay men arrested for holding a wedding party in Malawi is expected to begin on January 15th.
Tiwonge Chimbalanga and Steven Monjeza are being held in custody in Chichiri Prison and were denied bail by a judge yesterday in the city of Blantyre.
Judge Nyakwawa Usiwa-Usiwa said the couple were at risk from mob violence if they were released, although this claim was rejected by their lawyers.
He said they would be bailed by January 10th if prosecutors had finished investigating them.
The pair had a traditional engagement ceremony in the south African country on Saturday December 26th and were arrested two days later.
Malawi punishes homosexuality with up to 14 years in prison.
According to gay rights activist Peter Tatchell, who is in contact with campaigners in the country, the men will deny the three charges of unnatural practices between males and gross indecency.
He said they would challenge the prosecution on the grounds that it is illegal under the equal rights and non-discrimination clauses of the Malawian constitution.
In a news release, Tatchell said the couple had been jeered in court and disowned by their families.
He said they were suffering "appalling" conditions in prison and are being threatened with forced physical examinations to determine whether they have had sex.
But he added that they had been given food and money by supporters and a legal term had been assembled.
Their case is being helped by the Malawian human rights group, the Centre for the Development of People (CEDEP).
The centre's executive director, Gift Trapence, told PinkNews.co.uk the men's lawyers are fighting for the trial to be held in a higher court where more judges are sitting.
He said: "Because of the penal code in Malawi, gays are seen as unnatural. They are not visible.
"This is the first case. There is a lot of attention in Malawi and lots of newspaper coverage. Gays are afraid of the law, they are not open, they are not visible.
"The problem is the violence is there but it is not reported. There are lots of blackmail issues. They think they will be prosecuted.
Trapence added that arrests such as this would hamper HIV prevention work.
An administrator for CEDEP was arrested yesterday on charges that the centre's safer sex HIV education materials are pornographic. (pinknews.co.uk, 5/1/2010)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ. ΧΟΥΑΝ ΓΚΟΪΤΙΣΟΛΟ

Image Hosted by ImageShack.us
Juan Goytisolo (6/1/1931- )
.
Η εκδοτική εμφάνιση του Χουάν Γκοϊτισόλο στην χώρα μας έγινε κάπως ανάποδα. Πρώτα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του 1997 «Τρεις εβδομάδες σε ένα φανταστικό κήπο» (Εξάντας) και το 2006 το θεωρούμενο τελευταίο του «Αυλαία» (Κέδρος). Μέχρι τότε παρέμενε σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας. Πάντως, ο Βασίλης Βασιλικός, που τον γνώρισε στο Παρίσι, στα «290 Πρόσωπα» (Ελλην.Γράμματα) περιλαμβάνει λήμα «Γκοϊτισόλο» σημειώνοντας: «είναι κι τελευταίος εξόριστος των μεσογειακών δικτατοριών…Του εύχομαι και του Χουάν “ταχείαν επάνοδον”». Μάλλον δεν έπιασαν οι ευχές του γιατί ο Γκοϊτισόλο, σήμερα, ζει «εξόριστος» στο Μαρόκο και οι εμμονές του με την Ισπανία, μόνον ανοιχτούς λογαριασμούς έχουν αφήσει στη ζωή και στο έργο του.
Διάλεξε να πολεμήσει τη χώρα του μέσα από τα κείμενα. Τα βιβλία του Γκοϊτισόλο επικοινωνούν με τα έργα του 20ου αιώνα που πάλεψαν να απαλλαγούν από την τυραννία της μορφής του ρεαλιστικού μυθιστορήματος. Αποτελούν ένα παλίμψηστο της ισπανόφωνης γλώσσας και λογοτεχνίας ενώ τα ίχνη του Μπόρχες αφήνουν παντού ανεξίτηλα σημάδια. Ο Γκοϊτισόλο δεν ενδιαφέρεται για την «παλιομοδίτικη» φόρμα του ψυχολογικού μυθιστορήματος και πιστεύει ότι ένας συγγραφέας οφείλει να είναι θεωρητικά καταρτισμένος και πολιτικοποιημένος. Κατηγόρησε την Ισπανία επειδή διέγραψε το αραβικό και το εβραϊκό της κληρονομιά, υιοθετώντας την ευρωπαϊκή ομογενοποίηση.
Ο Χουάν Γκοϊτισόλο γεννήθηκε το 1931 στη Βαρκελώνη από Καταλανή μητέρα και Βάσκο πατέρα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Χοσέ, έγινε ποιητής και ο νεώτερος, ο Λουίς, μυθιστοριογράφος («Ημερολόγιο 360ο» εκδόσεις Scripta). Ο Χουάν, με το πρώτο του κι όλας μυθιστόρημα «Νεαροί Δολοφόνοι», γνώρισε μεγάλη κριτική αποδοχή. Τη δεκαετία του 50 έφυγε για το Παρίσι όπου δούλεψε σε εκδοτικούς οίκους και γνώρισε τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής. Εκείνος, όμως, που αληθινά τον επηρέασε ήταν ο Ζαν Ζενέ. Όπως ο Ε.Μ Φόρστερ, έξη δεκαετίες νωρίτερα δέχθηκε την «επιφώτιση» του Έντουαρντ Κάρπεντερ και απελευθερώθηκε, ακολουθώντας έναν Άραβα έφηβο στα στενά της Αλεξάνδρειας, έτσι κι ο Χουάν, στα λαϊκά παρισινά μπαρ, θα γνωρίσει τον δικό του Άραβα και θα επανεξετάσει την σχέση του και με την Μονίκ Λαγκ τη γυναίκα με την οποία συζούσε από χρόνια στα πλαίσια μιας ανοιχτής σχέσης.
Η νέα αυτή τροπή φάνηκε και στο έργο του. Απαξιώνοντας τα προηγούμενα μυθιστορήματα προχώρησε, το 1966, στο μυθιστόρημα «Στοιχεία ταυτότητας» το πρώτο έργο μιας τριλογίας με ισχνά ρεαλιστικά δεσίματα και προκλητικές γλωσσολογικές και μορφολογικές ανατροπές, αδιαφορώντας για την χρονική συνέπεια και την ψυχολογική εμβέλεια των ηρώων του. Ο Άλβαρο, Ισπανός εξόριστος που ζει στο Παρίσι τη δεκαετία του ’50, για να ξεφύγει από την επικράτεια του Φράνκο, από «μια τάξη πραγμάτων ασύδοτη, κενή» και να απομακρυνθεί από όσους «είχαν προσπαθήσει να κάμψουν την αντίστασή του και να τον φυλακίσουν στον άκαμπτο κορσέ ορισμένων κανόνων», επιστρέφει στην πατρίδα του, προκειμένου να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη τηλεόραση πάνω στην σφαγή από τους πολιτοφύλακες ενός αθώου πλήθους χωρικών στη Γέστε και την εργατική μετανάστευση που επακολούθησε. Στη νότια Ισπανία ξαναβιώνει σκηνές που του προκαλούν «ηθικό πόνο»: εφηβικούς έρωτες, την στενή σχέση με τον εξάδελφο Σέρχιο, που κι αυτός εξοντώθηκε άδικα στα νιάτα του, τη δολοφονία του πατέρα του το 1936 από πολιτοφύλακες.
Πράγματι, η αυτοεξορία στην Ευρώπη καθόλου δεν είχε ισχυροποιήσει τις δυνάμεις του αντιθέτως στα ταξίδια που έκανε, ως δημοσιογράφος, ομολογεί: «αγωνιζόσουν για έναν κόσμο που θα ήταν ακατοίκητος για σένα». Και όταν επιστρέφει στη Γέστε ούτε και το ντοκιμαντέρ θα αποσώσει γιατί το κατάσχουν οι αρχές. Καθώς ο ήλιος πυρώνει την γη της Ανδαλουσίας ο Άλβαρο ζει μια παραίσθηση, ένα κακό όνειρο, το παρόν προβάλλεται σαν φαινόμενο αντικατοπτρισμού. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος προετοιμάζει την αφαίμαξη της μνήμης του και οδεύει προς μια πλήρη διαγραφή του παρελθόντος και των στοιχείων της ταυτότητάς του, διαλύοντας ταυτόχρονα και κάθε λογική συνέπεια στην αφήγηση, που τελειώνει με την οδηγία χρήσεως, «ΒΑΛΤΕ ΤΟ ΚΕΡΜΑ», γραμμένη σε τέσσερις γλώσσες.
Πρόκειται για μια τρομακτική επίδειξη συγγραφικής δεξιότητας. Ας μην ξεχνάμε και το χρονικό πλαίσιο του μυθιστορήματος. Το προσευχητάρι του Γκοϊτισόλο ήταν ο «Βαθμός μηδέν της γραφής» κι ο Ρολάν Μπαρτ ο καλύτερος φίλος του. Η «καταστροφή» της λογοτεχνίας και ο θάνατος του συγγραφέα προσδοκούν ανάσταση μορφών και Λαζάρους εξερχόμενους από σκοτεινές λογοτεχνικές σπηλιές. Η γλώσσα είναι η αποθέωση του μέσου, η γλώσσα στα όριά της, καταπατώντας κάθε φόρμα. Ο Χουάν Γκοϊτισόλο, την δεκαετία του εβδομήντα, αφού ολοκληρώσει την τριλογία, θα προσπαθήσει να «αφανίσει» και τον λογοτεχνικό του εαυτό. Προσπερνάει την εμπορική αποδοχή των βιβλίων του, θεωρώντας ότι ο συγγραφέας, που ζει από τα δικαιώματα των βιβλίων του, γίνεται ένα όργανο εμπορευματοποίησης και δεν ολοκληρώνει την δημιουργική του αποστολής. Από το 1975, που πρέσβευε αυτά, δεν άλλαξαν πολλά. Υιοθέτησε μια μαροκινή οικογένεια και ζει μαζί τους στο Μαρακές, επεμβαίνει στα διεθνή πολιτικά δρώμενα, διασώζει με ψηφίσματα την πλατεία Τζέμα ελ Φνα ως μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Ο Γκοϊτισόλο συγγενεύει μια γενιά συγγραφέων των οποίων η ζωή
και η γραφή διέσχισαν όρια εθνικά, ιδεολογικά και ερωτικά. Ο Ζενέ, ο Παζολίνι κι ο Καβάφης του μεσογειακού «cruising», o Λώρενς Στερν κι ο Σαντ των πρώιμων ηθικών και αφηγηματικών αποκλίσεων, η παράδοση της Ισπανοαμερικανικής σχολής με τον Λιόσα του «Πράσινου Σπιτιού», τον Μάρκες των «Εκατό χρόνων μοναξιάς», τον Λεζάμα Λίμα του αποκαλυπτικού «Paradiso», τον Ινφάντε των «Τίγρεων» και πάνω απ’ όλους με τον Θερβάντες, τον πιο «θεωρητικό» συγγραφέας του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος.
Η στάση ζωής του Γκοϊτισόλο, σε συνάρτηση με το έργο του, ξενίζει στην εποχή μας, όπου η γραφή εντάσσεται στην εκδοτική διαδικασία προσπερνώντας την λογοτεχνική δημιουργικότητα. Ο καλομαθημένος αναγνώστης θα δυσκολευτεί να προσεγγίσει τα «Στοιχεία ταυτότητας». Σε ορισμένες σελίδες, με σπαρακτικές εικόνες και διαλόγους, είναι να απορείς τι έσπρωξε τους συγγραφείς του μεταμοντερνισμού να υπονομεύσουν κάθε ρεαλιστική ευκολία και να επιλέξουν τον λογοτεχνικό τους «θάνατο». Παρ’ όλα αυτά ο Γκοϊτισόλο επιβίωσε, με δυο πατρίδες, πέντε ξένες γλώσσες και ένα τσούρμο μαροκινά εγγόνια.
Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Τα Νέα, 3/6/2007)

Image Hosted by ImageShack.us

Χουαν Γκοϊτισόλο -Ζαν Ζενέ

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Στις 6 Ιανουαρίου, ημέρα που εορτάζονται τα Θεοφάνεια, υπάρχει το έθιμο στις παραθαλάσσιες περιοχές να αγιάζονται τα ύδατα της θάλασσας.
Ο ιερέας πετά έναν ξύλινο σταυρό στη θάλασσα και νεαροί κολυμβητές βουτούν για να τον πιάσουν. Όποιος το καταφέρει έχει την ευλογία του για το επόμενο έτος. Μετά τον αγιασμό, ο εορτασμός μεταφέρεται στην προκυμαία, όπου διεξάγονται μουσικές εκδηλώσεις. Ακολουθεί φαγοπότι και γλέντι.
Σε περιοχές που δεν είναι παραθαλάσσιες η τελετή μπορεί να γίνει σε ποτάμι, λίμνη ή και σε υδραγωγείο. (el.wikipedia.org)





Τα Θεοφάνεια στη Ρωσία

5.1.10

ΠΕΘΑΝΕ Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ FREDDIE MERCURY

.
Partner of Queen star Freddie buried
The Irish partner of former Queen singer Freddie Mercury was laid to rest, in his native Carlow, yesterday.
Jim Hutton, who also worked as a hairdresser for the Queen singer, died on New Year's Day after a battle with cancer, just three days short of his 61st birthday.
He lived with Mercury for the last six years of the singer's life and was present at his bedside when he passed away at his Kensington home in London on November 24, 1991.
The star died from broncho-pneumonia induced by AIDS after publicly acknowledging he had the disease the day before his death.
Mercury left his partner £500,000 as well as a plot of land at Rutland Terrace, Carlow where Hutton built a house. The bulk of Mercury's estate went to Mary Austin, his former girlfriend of six years.
Hutton himself tested positive for AIDS in 1990 but he didn't tell Mercury for nearly a year afterwards.
In the years after Mercury's death, Hutton moved back to Ireland and is survived by his brothers, sisters, aunts and other relatives
. [ Ken Sweeney (Irish Independent, 4-1-2010) ]

2010. 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΖΑΝ ΖΕΝΕ

Image Hosted by ImageShack.us
.
Ενας αλήτης του θεάτρου
100 ΧΡΟΝΙΑ από τη γέννηση του Jean Genet

Μυρτώ Λοβέρδου (Το Βήμα, 3/1/2010)
Ενας αλήτης ήταν ο Ζαν Ζενέ, ένας αλήτης-ποιητής, ένας αλήτης-συγγραφέας, ένας αλήτης του θεάτρου, που προκαλούσε με τη ζωή του και γοήτευε με το έργο του. Αγνώστου πατρός, τρόφιμος αναμορφωτηρίων και φυλακών, μικροκλέφτης και μικροαπατεώνας, λιποτάκτης και ομοφυλόφιλος, διέσχισε τον 20ό αιώνα με τον δικό του τρόπο.
Τόπος του ήταν το κάθε λογής περιθώριο. Εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, διωγμένος ακόμη και από τους θετούς του γονείς, δεν βρήκε καταφύγιο ούτε στο σχολείο ούτε στη μικρή κοινωνία του χωριού του. Περιπλανώμενος από παιδί, μεταμορφώθηκε σε έναν έφηβο που ζούσε κυρίως στις φυλακές της Γαλλίας, χωρίς ταυτότητα και χωρίς χρήματα. Διέξοδός του αποδείχθηκε η γραφή, με την οποία εισχώρησε τελικά στα γαλλικά γράμματα και απέκτησε φίλους· σημαντικούς φίλους, όπως ο Ζαν Κοκτό και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο οποίος του αφιέρωσε τον τόμο «Αγιος Ζενέ, κωμωδός και μάρτυρας». Δεν χρειάστηκε όμως να αλλοτριωθείήρθαν εκείνοι και τον βρήκαν.
Από τη λογοτεχνία που του χάρισε αναγνωρισιμότητα κατάφερε στη συνέχεια να αρθρώσει τον πολιτικό του λόγο και να υπερασπιστεί τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους, τους μαύρους και τους μετανάστες. Ταξίδεψε άλλωστε χωρίς βίζα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1968 για να διαμαρτυρηθεί για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Μέχρι τέλους παρέμεινε αριστερός- η συντηρητική Γαλλία άλλωστε τον είχε από νωρίς αποκηρύξει, σχεδόν διαγράψει.
Και όμως: έναν χρόνο προτού πεθάνει ο Ζενέ κατέκτησε την Com die -Fran aise με το «Μπαλκόνι». Η πρώτη προσπάθεια είχε ξεκινήσει πέντε χρόνια νωρίτερα, χωρίς επιτυχία. Η πρεμιέρα δόθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1985 σε σκηνοθεσία του Λαβοντάν και στέφθηκε με επιτυχία.
«Το θαύμα του ρόδου» και «Η Παναγία των Λουλουδιών», «Το ημερολόγιο του κλέφτη», «Ο καβγατζής της Βρέστης» και «Οι επιτάφιες σπονδές» είναι τα πέντε λογοτεχνικά έργα του Ζαν Ζενέ που γράφτηκαν τη δεκαετία του 1940, παράλληλα με τα ποιήματά του, τα οποία είχαν σχετική θεματογραφία- φυλακές, ομοφυλοφιλία, πόρνες, έρωτες, πάθη, κλοπές, εγκλήματα. Αλλωστε τον χαρακτήρισαν «κλέφτη» από παιδί, και αυτός ο χαρακτηρισμός έγινε σημαία που τον ακολούθησε και στα νεανικά του χρόνια. Το 1958 κυκλοφόρησαν μαζί «Ο σχοινοβάτης», πεζό εμπνευσμένο από τον έρωτά του για τον γερμανο-αλγερινό εκπαιδευτή αλόγων τσίρκου Αμπνταλά, και το δοκίμιο «Το ατελιέ του Αλμπέρτο Τζιακομέτι». Πολύ αργότερα προστέθηκε το μυθι στόρημα «Αιχμάλωτος του έρωτα», το οποίο κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Το 1949 έγραψε το πρώτο του θεατρικό, την «Υψηλή εποπτεία», για να ακολουθήσουν οι «Δούλες», το πιο διαχρονικό και πολυπαιγμένο του έργο, το «Μπαλκόνι», «Τα παραβάν» και «Οι νέγροι», αλλά και το μονόπρακτο «Εκείνη». Πολυγραφότατος ο Ζενέ προσέθεσε στην εργογραφία του επιστολές, αλλά και δοκίμια, άρθρα, πολιτικά κείμενα.
«Οι δούλες» ήταν το πρώτο θεατρικό έργο του Ζενέ που παίχθηκε στο Παρίσι, τον Απρίλιο του 1947, από τον Λουί Ζουβέ, και παρά την ενόχληση που προκάλεσε η θεματολογία του, έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Ηταν η εποχή που ένα καινούργιο θέατρο γεννιόταν, ένας νέος λόγος αρθρωνόταν, καθώς ακολούθησαν, πάντα στο Παρίσι, οι πρώτες πρεμιέρες των έργων «Περιμένοντας τον Γκοντό» και «Η φαλακρή τραγουδίστρια», του Σάμιουελ Μπέκετ και του Ευγένιου Ιονέσκο αντιστοίχως. Τότε ήταν που γεννήθηκε, λίγο τυχαία, ο χαρακτηρισμός «θέατρο του παραλόγου» από τον βρετανό κριτικό και θεωρητικό Μάρτιν Εσλιν. Τα θεμέλια είχαν βάλει νωρίτερα ο Αλμπέρ Καμύ και ο Σαρτρ.
Το θέατρο του Ζενέ δεν έμοιαζε με των άλλων- ούτε και των υπολοίπων μεταξύ τους. Οι ήρωές του ήταν ουσιαστικά αντι-ήρωες, αφού δεν είχαν κανένα από τα κλασικά χαρακτηριστικά. Κινούνται και αυτοί, όπως ο ίδιος, στο περιθώριο της ζωής και μέσα από τις σκέψεις, τα λόγια και τις καταστάσεις που ζουν επιχειρούν να διαλύσουν τους μύθους και τις αξίες της ζωής. Γι΄ αυτό και η Κυρία στις «Δούλες» παρουσιάζεται εξευτελισμένη, οι τιτλούχοι πελάτες στο «Μπαλκόνι» εμφανίζονται γελοία ανθρωπάκια, η Εκκλησία, ο στρατός, τα αξιώματα παρουσιάζονται στερημένα από κάθε μεγαλείο. Με λόγο μεστό και ποιητικό, ο Ζενέ χειρίστηκε ακραία θέματα με όπλο την ποιητικότητα και την αλήθεια του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έδωσε πολλές συνεντεύξεις, ταξίδεψε στην Ευρώπη. Φίλος της Ελλάδας, ερχόταν συχνά στη χώρα μας και έμενε στην Κηφισιά. Γνώρισε άλλωστε και τον Κώστα Ταχτσή, με τον οποίο αντάλλαξε επιστολές, αφού έχουν βρεθεί γράμματά του προς τον συγγραφέα του «Τρίτου στεφανιού». Η μόνη πατρίδα που βρήκε ήταν το Μαρόκο, όπου και εγκαταστάθηκε, μια που εκεί βρήκε ανθρώπους οι οποίοι τον αγάπησαν, την οικογένεια που είχε στερηθεί. Ο Ζαν Ζενέ πέθανε τη νύχτα της 14ης προς 15η Απριλίου του 1986 στο Παρίσι, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Από τότε που είχε εγκατασταθεί στο Μαρόκο, η διαμονή στη γαλλική πρωτεύουσα γινόταν πάντα στο δωμάτιο 59 του ξενοδοχείου «Ρούμπενς»- εκείνη την τελευταία φορά ήταν γεμάτο. Αν και είχε ήδη προσβληθεί από καρκίνο, ο θάνατός του οφείλεται σε μια τυχαία πτώση από το κρεβάτι του. Στη διαθήκη του ζήτησε να ταφεί στην πόλη Λαράς του Μαρόκου, ογδόντα χιλιόμετρα από την Ταγγέρη. Σ΄ αυτό το χριστιανικό νεκροταφείο της μουσουλμανικής γης, με θέα τη θάλασσα, ο Ζενέ αναπαύεται ανάμεσα στους στρατιώτες της ισπανικής φρουράς. Ολομόναχος. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, τα θεατρικά του ανεβαίνουν στη σκηνή και το λογοτεχνικό του έργο γοητεύει, ενώ δοκίμια, βιογραφίες και νέα στοιχεία γύρω από τη ζωή του εξακολουθούν να φωτίζονται από τους μελετητές του.
.


Un Chant D'Amour - Jean Genet (1950)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ. ΑΛΒΙΝ ΕΪΛΙ


.
Ailey, Alvin (1931-1989)
As a dancer, Alvin Ailey was noted for his sexual charisma. Lena Horne famously described him as "like a young lion and yet like an earth man." But he achieved international acclaim as a choreographer. His company has performed before an estimated 15,000,000 people in 48 states and 45 countries.
Ailey was born on January 5, 1931 in direst poverty in the Brazos Valley of Texas. His father abandoned him and his mother three months later.
At various stages of his life Ailey had to contend with racism, homophobia, issues of political correctness, exploitative sexual partners, and venal management. In the face of all these obstacles, he triumphed as a creative genius. But homophobia, especially that of his mother, undermined his sense of worth as a man and helped make his personal life a tragedy.
When Ailey was a child, he moved with his mother to Los Angeles, where she secured work in an aircraft factory. School was a haven for him. He spent long hours in the library, reading and writing poetry. The large, solidly built boy who looked like fullback material managed to avoid contact sports--and avoid being stigmatized as a sissy--by taking up gymnastics.
At the age of 18, Ailey caught the eye of Lester Horton, a white dancer, teacher, and choreographer who had created in Los Angeles the first multi-racial dance company in the United States. With Horton, Ailey found an emotional home and quickly learned dance styles and techniques from classical ballet to Native American dance. He performed in Horton's company and found work in Hollywood films and eventually succeeded Horton as director upon the latter's death in 1953.
For the first two years that Ailey danced with the Lester Horton company, he kept his life in dance a secret from his mother. When she first came to his dressing room and saw him in stage makeup, she slapped his face.
Ailey moved to New York in 1954 to dance on Broadway. He appeared in House of Flowers (1954), with Harry Belafonte in Sing, Man, Sing (1956), and with Lena Horne in Jamaica (1957). He also studied with teachers such as Martha Graham, Hanya Holm, and Karel Shook, while beginning to choreograph pieces of his own.
In 1957, Ailey formed his own group, which presented its inaugural concert on March 30, 1958. Among the dances premiered in that concert was his Blues Suite, a work deriving from blues songs that expresses the pain and anger of African Americans. With its combination of ballet, modern dance, jazz, and black dance techniques, plus flamboyant theatricality and intense emotional appeal, Blues Suite was an instant success and defined Ailey's particular genius.
In 1960, for his company's third season Ailey created his masterpiece, Revelations. Based on African-American spirituals and gospel music, it is perhaps the most popular ballet created in the twentieth century.
While Ailey continued to choreograph for his own company, he created dances for other companies as well. For example, in 1973 he created Ariadne for the Harkness Ballet, with Maria Tallchief in the title role; and in 1983 he devised Precipice for the Paris Opera Ballet.
Ailey was proud that his company was multi-racial. On the one hand, he wanted to give black dancers, who had often been discriminated against by other dance companies, an opportunity to dance; but he also wanted to transcend the issue of "negritude," what in later years would be called Black pride. His company employed dancers, composers, and choreographers of all hues based entirely on their artistic talent.
While Ailey was pleased that the U.S. State Department sponsored his company's first overseas tour in 1962, he suspected that the sponsors' motives were propagandistic rather than altruistic as they wanted to demonstrate that "a modern Negro dance group" could flourish in the United States.
Ailey was profoundly honored when the American Ballet Theatre commissioned The River (1970), to music of Duke Ellington. He looked upon the commission as an opportunity to work with some of the best ballet dancers in the world, particularly with the great dramatic ballerina Sally Wilson. However, he was deeply disappointed when ABT insisted that the leading male role be danced by the only black man in the company, who was a conspicuously mediocre dancer.
Although his company was sometimes described as patriarchal, with male dancers the center of attention, Ailey was also known for fostering the careers of several important female dancers, most notably Judith Jamison, who debuted with the company in 1965 and who spoke of Ailey as a great teacher. One of Ailey's great successes was Cry (1971), which he dedicated to his mother and black women everywhere and which became a signature piece for Jamison.
Ailey was a loving man, who was adored by many devoted friends and who functioned as a father figure to his dancers. However, his personal and professional lives were dogged with problems. Abused by lovers, he seemed in later life to enjoy the company of street hustlers. Similarly, he entrusted management and money matters to people who victimized him.
The Alvin Ailey American Dance Theater did not secure a permanent home and stable management until 1979, when the company and school moved into splendid facilities in the Broadway theater district of Manhattan. But by this time, Ailey had become erratic. He was addicted to cocaine, increasingly crippled by arthritis, and dependent on lithium as a mood regulator.
Like many men of his generation, including Jerome Robbins, for example, Ailey was deeply ashamed of his homosexuality. For years, he refused to consider writing an autobiography because "my mother wouldn't like it." When he finally did collaborate on an autobiography, it was sexually sanitized, notwithstanding the fact that it was to be published posthumously. To spare his mother the social stigma of his death of AIDS in 1989, Ailey asked his doctor to announce that he had died of terminal blood dyscrasia.
Although the choreographer could sincerely dance "I've been 'buked and I've been scorned," he nevertheless managed to celebrate the beauty of his heritage and translate his pain into art. His ballets embody his aspirations for all-encompassing love and compassion. They still rock the soul of a worldwide audience. Douglas Blair Turnbaugh (glbtq.com)
.
Image Hosted by ImageShack.us
Alvin Ailey photographed by Carl Van Vechten, 1955

4.1.10

ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Image Hosted by ImageShack.us
Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι αμαρτία να μισείς τη μάνα σου.
Υποκρίνονται! Κι αυτοί έχουν μισήσει τις μάνες τους.
Μπορεί για μια στιγμή, μπορεί για ένα χρόνο.
Μπορεί τώρα να μην τις μισούν ή και να το έχουν ξεχάσει...
...αλλά όλοι τις έχουν μισήσει!
.
ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ (J' AI TUE MA MERE)
του Ξαβιέ Ντολάν
με τους Αν Ντορβάλ, Ξαβιέ Ντολάν, Φρανσουά Αρνό, Σουζάν Κλεμάν
Υπόθεση: Ο Υμπέρ Μινέλ, ένας θρασύς 17χρονος, νιώθει έντονη απέχθεια για τη μητέρα του. Την κρίνει με περιφρόνηση, βλέπει μόνο τα παλιομοδίτικα μπλουζάκια της, την κιτς διακόσμησή της και τα αηδιαστικά ψίχουλα που κολλάνε γύρω απʼ το φλύαρό της στόμα. Πίσω απʼ αυτά τα εκνευριστικά χαρακτηριστικά, βρίσκονται οι βαθιά ριζωμένοι μηχανισμοί που η ίδια η μητέρα του έχει με τόση ζέση καλλιεργήσει – η χειριστικότητα και η ενοχή. Ο Υμπέρ, μπερδεμένος και διχασμένος απʼ αυτή τη σχέση αγάπης-μίσους που τον κατατρέχει κάθε μέρα και πιο πολύ, “μπαινοβγαίνει” στην εφηβεία που άλλοτε τη ζει ως περιθωριακός κι άλλοτε ως κοινός νέος, συνδυάζοντας την καλλιτεχνική δημιουργία, το άνοιγμα σε νέες φιλίες, τον εξοστρακισμό και το σεξ. Την ίδια ώρα, τον “κατατρώει“ η περιφρόνηση γιʼ αυτή τη γυναίκα που κάποτε –άγνωστο πώς– την αγάπησε.
.
Διαβάστε περισσότερα για την ταινία εδώ:

Η ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ. ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, Η ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΒΙΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Image Hosted by ImageShack.us
.
Γιάννης Τσαρούχης
Νίκος Μπακουνάκης (Το Βήμα, 3/1/2010)
Αποκαλυπτική η έκθεση Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Αποκαλυπτική όχι μόνο για τον πλούτο της (670 εκθέματα) και επομένως τις ποικίλες όψεις του καλλιτέχνη. Αποκαλυπτική γιατί επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση για τον 20όν αιώνα χωρίς τη συμπερίληψη του Τσαρούχη, όπως και δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση για τον 20όν αιώνα χωρίς την αφήγηση του ίδιου του Τσαρούχη.
Το σημαντικότερο με αυτή την έκθεση είναι όμως ότι για πρώτη φορά συνειδητοποιούμε πως πρέπει να απεγκλωβιστούμε- και οι θεατές και οι μελετητές- από τις ίδιες τις αυτοβιογραφήσεις του Τσαρούχη. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούμε ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, έχουμε δει ως τώρα τον Τσαρούχη όπως εκείνος ήθελε, από τις οπτικές γωνίες που ο ίδιος είχε επιλέξει για να παρουσιάσει το έργο του και τη ζωή του. Το επισημαίνει αυτό ο ιστορικός τέχνης Ευγένιος Ματθιόπουλος στο κείμενό του «Προσεγγίζοντας με σεμνή αναίδεια τη ζωή και το έργο του Γιάννη Τσαρούχη», που δημοσιεύεται στον κατάλογο-εργαλείο της έκθεσης. Σ΄ αυτό το κείμενο ο Ματθιόπουλος «συνομιλεί» με την ως τώρα τσαρουχική βιβλιογραφία- κυρίως ελληνική, αφού ελάχιστα είναι τα κείμενα ξένων μελετητών για τον Τσαρούχη- όχι για να τη συνεχίσει αλλά για να την εκτρέψει προς νέες ερευνητικές κατευθύνσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι σ΄ αυτό το κείμενο ο Ευγένιος Ματθιόπουλος αναφέρεται στην ομοφυλοφιλία του Τσαρούχη- ζήτημα θεμελιακό για τη μελέτη του έργου του αλλά και για την ψυχοδιανοητική και ιδεολογική συγκρότησή του. Αυτό το θέμα ο Τσαρούχης δεν το είχε θίξει ποτέ, με αποτέλεσμα ούτε οι ως τώρα μελετητές του να έχουν μιλήσει, εγκλωβισμένοι, όπως είπαμε, στις αυτοβιογραφήσεις του ίδιου του καλλιτέχνη. Για παράδειγμα, ο ιστορικός τέχνης Γιώργος Πετρής, μαθητής του Ρολάν Μπαρτ, έγραφε το 1974 ότι «το κυριότερο θεματικό του στοιχείο είναι η ανθρώπινη φιγούρα,συνήθως αντρική, γυμνή ή ντυμένη, αδιάφορο». Πιο υπαινικτικός, ο ιστορικός Νίκος Χατζηνικολάου αναφερόταν περίπου την ίδια εποχή στην«αρσενική ανθρωπότητα» του Τσαρούχη. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 το θέμα της ομοφυλοφιλίας ήταν ταμπού, επισημαίνει ο Ματθιόπουλος. Κι όμως «η ομοφυλοφιλία, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και συνάμα ως εσωτερικό κίνητρο της διαμόρφωσής της, τον οδήγησε στην πλέον απομακρυσμένη μεθόριο της φιλοσοφίας, της ηθικής και της αισθητικής: εκεί που οι εντασιακές σχέσεις τους γίνονται αλήθειες μέσα από τη βίωσή τους στην πράξη»γράφει ο Ματθιόπουλος.
«Μatisse p d raste»(παιδεραστής Ματίς) είχε πει ο υπερρεαλιστής Νίκος Κάλας όταν είχε δει το έργο του Τσαρούχη. Φανερή η απαξίωση. Αλλά και η απλούστευση. Γιατί το άλλο μεγάλο θέμα που έχει σχέση με τον Τσαρούχη είναι η απλουστευτική προσέγγισή του ή ταξινόμησή του μέσα από τα περίφημα απλοϊκά δίπολα παράδοση- μοντερνισμός, ελληνικότητα- διεθνισμός κ.λπ. Είναι τα δίπολα που μας ταλαιπωρούν τρομερά, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τη γενιά του ΄30. Είναι τα δίπολα που δεν μας επιτρέπουν να δούμε τα πράγματα στη συνθετότητά τους. Μας ταλαιπωρούν και δυστυχώς εξακολουθούν να είναι ισχυρά, όπως διαπιστώνουμε από μελέτες που γίνονται σε πανεπιστήμια και δημοσιεύονται. Ελεος, ας απαλλαγούμε από την απλούστευση των σχημάτων και των φιλολογικών ιδεολογημάτων. Η έκθεση Τσαρούχη μάς επιτρέπει να το κάνουμε αυτό.
Πάνω απ΄ όλα όμως η έκθεση του Μουσείου Μπενάκη είναι γενναιόδωρη, απολαυστική και μας δίνει χαρά. Λίγο είναι;

2010. 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

Image Hosted by ImageShack.us
.
Αποδεκτός και αποκλεισμένος
100 ΧΡΟΝΙΑ από τη γέννηση του Γιάννη Τσαρούχη

Αυγουστίνος Ζενάκος (Το Βήμα, 3/1/2010)
Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Τσαρούχη είναι σπουδαία αφορμή μνήμης, ασφαλώς. Το πώς τον θυμόμαστε ωστόσο είναι πιο περίπλοκο θέμα. Το Μουσείο Μπενάκη μάς προσφέρει τον πιο πρόσφορο τρόπο: διοργανώνει μαζί με το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τραπέζης Κύπρου μεγάλο εκθεσιακό αφιέρωμα στους χώρους του στην οδό Πειραιώς, από τις 19 Δεκεμβρίου 2009 ως τις 13 Μαρτίου 2010. Πρόκειται για την πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του Τσαρούχη που παρουσιάζεται στην Αθήνα, με σχεδόν τον διπλάσιο αριθμό έργων από την τελευταία μεγάλη του έκθεση, που είχε διοργανώσει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
Η έκθεση με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989», την οποία επιμελήθηκε η Νίκη Γρυπάρη και σχεδίασε η Λίλη Πεζανού, εκτείνεται σε δύο ορόφους του κτιρίου της οδού Πειραιώς και περιλαμβάνει περίπου 670 έργα, τα οποία ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Στο ισόγειο του κτιρίου παρουσιάζεται το ζωγραφικό έργο, ενώ στον πρώτο όροφο η θεατρική καλλιτεχνική δημιουργία του Τσαρούχη.
Στόχος της έκθεσης είναι να αναδείξει το πολύπτυχο έργο του καλλιτέχνη, να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα του πλούσιου ζωγραφικού του έργου (πίνακες, εικονογραφήσεις βιβλίων κ.ά.), καθώς και της καθοριστικής συμβολής του στο νεοελληνικό θέατρο (μακέτες σκηνικών, κοστουμιών κ.ά.).
Η έκθεση αυτή έρχεται σε καίρια στιγμή- όχι μόνο λόγω της επετείου αλλά και επειδή ίσως στην Ελλάδα φτάνει μια στιγμή όπου επιτέλους εμφανίζεται η ανάγκη αναθεώρησης του ιδιότυπου, εσωστρεφούς ιδεολογήματος της ιδιοπροσωπίας, το οποίο η Γενιά του ΄30, σε πείσμα ίσως των αρχικών ή των μύχιων επιδιώξεών της, κληροδότησε στις κατοπινές γενιές. Ο Γιάννης Τσαρούχης είναι μια σημαντική φυσιογνωμία - όπως και ο δάσκαλός του, Φώτης Κόντογλου- στην εγκαθίδρυση αυτού του ιδεολογήματος, με το περίφημο «δίλημμά» του μεταξύ Ανατολής και Δύσης και την άκριτα αποδεκτή σύνθεση που οδήγησε σε έναν ξεκάθαρα «Ελληνα» ζωγράφο, μορφή παράξενη για τον μοντερνισμό που αν ήταν κάτι πάνω από όλα, ήταν υπερεθνικός. Σημαντικός λοιπόν είναι, αλλά κυρίως για τη δική μας τοπική αφήγηση, ενώ το γιατί η σημασία αυτή δεν διαχύθηκε ποτέ προς την ευρύτερη, την ευρωπαϊκή ή και την παγκόσμια αφήγηση της τέχνης είναι κάτι που δεν συζητιέται ή αποδίδεται σε συγκυριακούς παράγοντες, ξένους προς την «ουσία» και την «αξία» του έργου του.
Αλλες πάλι, πιο σκοτεινές, πλευρές της φυσιογνωμίας του Τσαρούχη, όπως η βάσανος μιας έκδηλης ομοφυλοφιλικής σεξουαλικότητας, που εκδηλώνεται μεν στο έργο του αλλά καταπιέζεται στον λόγο περί του έργου, συζητούνται ακόμη λιγότερο, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς την επίφοβη σχέση ανάμεσα στην ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, τη φόρμα της οποίας ο ίδιος τόσο αγάπησε, και στη σεξουαλικότητά του που τόσο απόλυτα η παράδοση αυτή καταδικάζει. Είναι γοητευτική περίπτωση αυτή, ενός καλλιτέχνη που είναι ταυτόχρονα τόσο αποδεκτός και τόσο αποκλεισμένος, τόσο γνωστός και τόσο άγνωστος, είναι όμως σαφές ότι μια χώρα που δεν μελετά την Ιστορία της αλλά την ανάγει διαρκώς σε οντολογία, θεοποιεί ορισμένες μορφές, δίχως να συνειδητοποιεί ακριβώς ποιες είναι και τι πέτυχαν.
Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1910 στον Πειραιά. Από το 1929 ως το 1933 σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τον Σπ. Βικάτο, τον Δ. Μπισκίνη και τον Κ. Παρθένη, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με την ευρωπαϊκή τέχνη, τον κυβισμό και τον σουρεαλισμό. Από το 1931 ως το 1934 μαθήτευσε κοντά στον Φ. Κόντογλου, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με την τεχνική και τις μεθόδους της αγιογραφίας και τα βυζαντινά μνημεία της Ελλάδας και επηρεάζει την καλλιτεχνική του αντίληψη, γεγονός που είναι ευδιάκριτο στα έργα της εποχής αυτής.
Στα χρόνια 1935-1936 ο Τσαρούχης συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου γνώρισε σπουδαίους καλλιτέχνες της ευρωπαϊκής τέχνης, όπως ο Τζιακομέτι και ο Ματίς. Παράλληλα, μέσω του Τεριάντ, ήλθε σε επαφή με το έργο του Θεόφιλου. Τo 1938 έκανε την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα, ενώ συμμετείχε και στην Πανελλήνια Εκθεση. Η δεύτερη ατομική του έκθεση γίνεται μετά τον πόλεμο, το 1947.
Το 1956 παρουσίασε έργα του, ως υποψήφιος για το βραβείο Guggenheim, στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού και στο Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης, ενώ το 1958 συμμετείχε στην Βiennale της Βενετίας. Με τη δικτατορία του 1967 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου παρέμεινε ως το 1980. Το 1981 διοργανώθηκε από το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η πρώτη μεγάλη αναδρομική του έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Ο Γιάννης Τσαρούχης, παράλληλα με το ζωγραφικό του έργο, δημιούργησε σκηνικά και κοστούμια για θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, για το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, για το Εθνικό Θέατρο, και για τη Σκάλα του Μιλάνου, ενώ δημοσίευσε και πολλά κείμενα που χαρακτηρίζονται από το ευφυές, καυστικό ύφος του. Πέθανε στην Αθήνα το 1989.

3.1.10

ΖΑΝ-ΛΟΥΪ ΜΠΟΡΥ

«Αν βρίσκω το θάρρος να σας γράψω, είναι για να σας πω να μην ξεχάσετε να μιλήσετε σε όλους τους Γάλλους που θα σας ακούνε, για την ομοφυλοφιλία. Όχι για εκείνη την ομοφυλοφιλία που νομίζουν πως ξέρουν, και που χαρακτηρίζει μια ορισμένη κοινωνία, έναν κόσμο ψεύτικο, όπως είναι ο κόσμος του θεάματος, αλλά για την άλλη, που γνωρίζουν χιλιάδες νέοι και ώριμοι στη Γαλλία, εργάτες, υπάλληλοι, οδηγοί μεγάλων αποστάσεων, οικοδόμοι, κλπ, γιατί κι εκεί ακόμα είναι γνωστή. Είναι αυτή που λιώνει τους νέους, γιατί είμαστε χαμένοι στα χωριά μας, γιατί κανένας δεν μας καταλαβαίνει, γιατί φοβόμαστε μήπως καταλάβει το αφεντικό τι είμαστε και μας απολύσει, γιατί φοβόμαστε κανένα οικογενειακό δράμα, γιατί νιώθομε από την άλλη μεριά του φράχτη, κάτι σαν εξόριστοι και εκτός νόμου. Δεν θα μιλησω για την έχθρα μερικών, που έχουν ένα σωρό απωθημένα τις περισσότερες φορές, γιατί μπορούν να με πούνε ρατσιστή. Να εξηγήσετε στους Γάλλους που σας ακούνε πως δεν είμαστε τέρατα και πως έχομε και εμείς το δικαίωμα να αγαπάμε και να είμαστε ευτυχισμένοι. Να εξηγήσετε πως δεν είμαστε σαν κι αυτές τις κακότεχνες γελοιογραφίες, σαν εκείνες τις μαριονέτες που γουστάρει ο κόσμος να βλέπει στο θέατρο ή στα σκίτσα των γελοιογράφων. Να εξηγήσετε πως μπορούμε κι εμείς να έχομε αισθήματα και να υποφέρομε. Λυπάμαι πάντα τον πατέρα ή τη μάνα που γελάνε πίσω από την πλάτη μας, που μας κατακρίνουν' πάντα τους λυπόμουνα, γιατί συχνά ο γιος τους, η κόρη τους, ή κανένας δικός τους είναι αδέρφια μας.
Λοιπόν ας πάψουν να μας λιθοβολούν. Ας αρχίσει ο διάλογος με κάθε ειλικρίνεια. Είμαστε πάρα πολλοί. Δεν μπορούνε πια να μας αγνοούν.»

Ζαν-Λουί Μπορύ : Στο φως της μέρας. Το δικαίωμα να είσαι ομοφυλόφιλος (Δέκα, 1979)


Gay Βιβλιογραφία στα ελληνικά

.

Image Hosted by ImageShack.us
.
Όταν το 1979 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το «Στο φως της μέρας» ήταν το πρώτο βιβλίο που μιλούσε ανοιχτά για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και για πολύ καιρό υπήρξε το Ευαγγέλιο όλων των Ακοεϊτών.
Μετά ξεχάστηκε κι αυτό και ο συγγραφέας του. Για τους νεώτερους έλληνες ομοφυλόφιλους το όνομα Ζαν-Λουί Μπορύ δεν θυμίζει απολύτως τίποτα.
Στη Γαλλία, όμως, η βιογραφία του, γραμμένη από τον Daniel Garcia το 1991, συνεχίζει να αγοράζεται από Γάλλους κάθε ηλικίας, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια στο γκέι βιβλιοπωλείο του Μαραί.
Η σημερινή ανάρτηση ας θεωρηθεί ένας μικρός καθυστερημένος φόρος τιμής στη μνήμη του.
.
Image Hosted by ImageShack.us
Daniel Garcia: Jean-Louis Bory (Flammarion)
Prix Goncourt à 26 ans avec "Mon village à l'heure allemande", il mena parallèlement
une carrière de romancier, de professeur et de critique. Il réalisa de grandes adaptations
pour la télévision, il fut un chroniqueur talentueux de l'émission "Le masque et la plume". Généreux,véhément, brillant, de l'humour, du goût pour la provocation. Il s'engagea
ouvertement dans les années 70 pour mener un combat contre le tabou de l'homosexualité.
Son suicide en 1979 stupéfia son entourage et son public.
.
Image Hosted by ImageShack.us
.
Jean-Louis Bory, né le 25 juin 1919 à Méréville (Essonne, à l'époque Seine-et-Oise) et mort pendant la nuit du 11 au 12 juin 1979 dans le même bourg, est un écrivain, journaliste et critique cinématographique français.
Fils d'un pharmacien et d'une institutrice, il est issu d’un milieu d’instituteurs. Avec un père athée et une mère non pratiquante, il est peu marqué par la religion. En revanche, il l’est par le Front populaire. Brillant élève au collège d’Étampes2, il entre en khâgne à Henri-IV.
Collé au concours d’entrée de l'École normale supérieure en 1939, il est appelé sous les drapeaux. De retour au quartier Latin en octobre 1942, il obtient l'agrégation de lettres en juillet 1945. Deux mois plus tard, son premier roman (Mon village à l’heure allemande) est publié chez Flammarion et décroche le prix Goncourt avec le soutien de Colette. Tandis que lui-même est affecté à Haguenau dans le Bas-Rhin, son livre reçoit un accueil exceptionnel du public (500 000 exemplaires). L’argent récolté lui permet de racheter la propriété acquise en 1880, à Méréville, par ses grands-parents et qui avait ensuite appartenu à la comtesse Cally, sa tante : la « Villa des Iris », qu’il rebaptise « La Calife ». Le succès n'est hélas pas au rendez-vous de son deuxième livre (Chère Aglée, 1947). En 1948, il est muté en région parisienne et peut collaborer à La Gazette des Lettres avec Robert Kanters, Paul Guth et François Mauriac.
Politiquement, il appartient alors à cette génération désenchantée par le fait qu'il n’y ait pas eu de mouvement “de la Résistance à la Révolution”. Il est même sollicité par Aragon pour adhérer au PCF. Mais il préfère se limiter à l’adhésion à des associations cryptocommunistes comme le Mouvement de la Paix, le Conseil national des écrivains ou l’association France-URSS. Nommé au lycée Voltaire en 1950, il débute dans le journalisme à partir de 1952 par des tribunes dans Samedi Soir. Mais en 1955, il choisit de suivre son ami François Erval au service littéraire de L'Express, porte-voix d’un mendésisme3 auquel il est de plus en plus sensible.
D'ailleurs, en 1956, il rompt avec les communistes au sujet de l'intervention soviétique à Budapest contre laquelle il signe une pétition avec Edgar Morin, Gilles Martinet, Jean-Marie Domenach et Georges Suffert (France Observateur, 8 novembre 1956). Il démissionne aussi du Comité d'honneur de l'association France-URSS. Cela ne l'empêche pas d’afficher ses positions tiers-mondistes et anticolonialistes. Ainsi, lorsqu’en 1960, son éditeur René Julliard lui propose de signer le Manifeste des 121, il n’hésite pas et se retrouve suspendu du poste de professeur qu’il occupe au lycée Henri-IV depuis 1957. Il est réintégré au bout de quelques mois, mais cet événement marque une rupture dans son rapport avec l’enseignement, métier pour lequel il avait le plus grand respect. Ses élèves le lui rendaient bien, et il n'était pas rare d'entendre le cri de joie « Maman-j'ai-Bory » ainsi que le rappelait Michel Cournot dans un article paru après sa mort dans le Nouvel Observateur.
C'est cette année-là qu'il intègre le comité de rédaction des Cahiers des saisons, revue où il publie de courts textes littéraires. Et en 1961, il remplace François Truffaut comme critique cinématographique à l'hebdomadaire Arts. L’année suivante, il abandonne l’enseignement et sa collaboration à La Gazette des Lettres pour se consacrer au journalisme et à la littérature. Il ne relance pourtant pas sa carrière littéraire avec L’Odeur de l’herbe (Julliard, 1962). Mais son entrée à l’émission Le Masque et la Plume, en 1964, lui assure une audience qui contribue à son succès de critique. Fin 1964, il doit pourtant cesser sa collaboration à L'Express par fidélité à François Erval.
Dès janvier 1965, Guy Dumur lui offre alors de poursuivre ses critiques littéraires au Nouvel Observateur. S’il s’y sent « politiquement en famille », il distingue ses amitiés politiques de ses affinités littéraires. Ainsi, il a réhabilité Céline avant de se lier d’amitié avec Paul Morand et Jacques Chardonne. Et le groupe (François Nourissier, Hervé Bazin, Jean d'Ormesson, Georges Suffert, Louis Pauwels) qu’il réunit à Méréville en 1964/1965 est marqué à droite. Son spectre d’amitiés est donc très large mais n’atténue en rien son engagement comme il le montre à partir de novembre 1966 au sein des chroniques cinématographiques qu’il assure à L’Obs à la place de Michel Cournot.
Mettant fin à sa collaboration à Arts, il s’impose comme le critique cinéma du journal même s’il y est peu présent. Célèbre pour les joutes qui l'opposent à Georges Charensol et Michel Aubriant (alias Pierre des Vallières) au Masque et la plume, il défend notamment le cinéma du tiers-monde, particulièrement africain et arabe. Il apparaît aussi comme le plus influent des critiques du circuit Art et Essai du quartier latin. Mais son ardeur est encore plus vive en mai 68 où il est un de leaders qui font arrêter le Festival de Cannes dont il avait été membre du jury l’année précédente. Cela ne l'empêchera pas d’être membre de sa commission de sélection de 1970 à 1973 ni d’être des plus assidus au festival de La Rochelle. Au Nouvel Observateur, il ne passe que pour déposer son article.
Il n’intervient pas dans les choix du journal qu’il trouve discutables politiquement. Mais il téléphone régulièrement à Jean Daniel pour lui donner son avis sur un éditorial. Il plaide ainsi pour la cause palestinienne qu’il ne trouve pas assez défendue. Il défend quant à lui des films d’aspect avant-gardiste ou scandaleux qui s’attachent à remettre en question la société, ses institutions et ses valeurs traditionnelles. À côté de films explicitement politiques qu’il soutient en dehors de toutes considérations artistiques, il défend un cinéma dont l’aspect contestataire tient moins au sujet qu’à la subversion du langage cinématographique traditionnel.
Godard, Robbe-Grillet, Resnais, Pasolini, Duras ou les frères Taviani sont des cinéastes qui lui tiennent à cœur. Défenseur d’une culture « alternative », il se montre souvent agressif à l'égard des films de boulevard, de distraction ou à grande distribution qui ne remettent en cause ni les tabous de la morale et de la vie sociale, ni les habitudes de voir et de penser. Son mépris pour le cinéma de Michel Audiard, Bourvil ou Louis de Funès, qu'il juge bourgeois et franchouillard, n’a d’égal que celui pour des films qui, comme ceux de Henri Verneuil – exaltant selon lui des valeurs bourgeoises, d’argent et d’ambition – ou de Claude Lelouch - mettant en scène des personnages socialement « arrivés » - véhiculent des représentations légitimant à ses yeux la droite.
Mais si cette liberté lui permet de consacrer sa « chronique à un film que ne sera vu que par l’auteur et par [lui] »4, elle justifie à ses yeux un très chiche salaire qu’il considère comme le gage le plus sûr de cette dernière. Car la direction déplore de le voir ignorer systématiquement les films à gros budget et à grand public et exerce sur lui une douce pression en suscitant un concurrent moins militant. Mais il n’est pas réellement inquiété et refuse en 1972 de répondre à l’invitation chaleureuse de François Nourissier au Point. Au contraire, il fait entrer Michel Grisolia pour l’aider à rédiger les petites notices qu’on lui réclame sur les films.
Les années 1970 sont marquées par sa lutte pour les homosexuels. Celle-ci transparaît dans ses œuvres autobiographiques (La Peau des zèbres, 1969 ; Tous nés d’une femme, 1976) mais surtout dans Ma Moitié d’Orange (1973), succès (50 000 exemplaires) dans lequel il annonce publiquement son homosexualité. Il s’affiche alors dans l’association homosexuelle Arcadie, faisant à son premier colloque une intervention des plus retentissantes. Il milite ensuite dans sa scission gauchiste, le F.H.A.R., dont un des membres, Guy Hocquenghem, écrit avec lui Comment nous appelez-vous déjà ?. Il finit au Groupe de Libération Homosexuel, défendant toujours les interdits traditionnels pesants sur les plus prolétaires et les plus marginaux.
Parallèlement à ce combat, il publie plusieurs essais consacrés au roman populaire – tels que Eugène Sue, dandy et socialiste (1973) – et un essai historique (La révolution de Juillet ou les Trois Glorieuses, 1972). Mais c'est Le Pied (1976) qui est son principal succès (plus de 100 000 exemplaires) de la période. Dans ce roman fantaisiste, il malmène certaines figures de l’intelligentsia comme Simone de Beauvoir et Michel Foucault. Tombant dans une grave dépression en août 1977, il ne réémerge que lors d’une période de rémission (octobre 1978-février 1979) qui lui offre l’occasion de publier un amusant portrait de Cambacérès (1978). Il se suicide par arme à feu à Méréville durant la nuit du 11 au 12 juin 1979.
(fr.wikipedia.org)

LA CHUNGA

Image Hosted by ImageShack.us
“La Chunga”. Teatro Mario Vargas Llosa, Lima, Perú, 10/2009
.
«La Chunga»: ένα μεγάλο πουλί που ζει στα δάση, με ψηλά πόδια και μακρύ λαιμό, που περπατά παρά πετά. «La Chunga»: όρος που, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζει μια γυναίκα δυναμική και ανεξάρτητη, όπως είναι η ηρωίδα-τίτλος του έργου του Λατινοαμερικανού Μάριο Βάργκας Λιόσα. Αυτή η αινιγματική φιγούρα διευθύνει ένα εστιατόριο-μπαρ στα περίχωρα της Πιούρα, στο Βόρειο Περού, σε μια περιοχή που περιβάλλεται από αμμόλοφους. Κάπου μέσα στην έρημο. Την Τσούνγκα θα ερμηνεύσει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε συνεργασία με την ομάδα ΝΑΜΑ της Ελένης Σκότη.
«Απροσδιόριστης ηλικίας, η Τσούνγκα έχει μάθει να επιβιώνει στον σκληρό κόσμο της πρωτόγονης και καθαρά ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Εχει όμως κερδίσει τον θαυμασμό αυτών των ανδρών. Στο μαγαζί της, που βρίσκεται στον δρόμο προς το στάδιο, συχνάζουν λούμπεν χαρακτήρες, εργάτες, ποδοσφαιρόφιλοι, φτωχοί, αμόρφωτοι. Ανδρες πάντα- σπάνια θα περάσει μια γυναίκα από εκεί» λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία επισημαίνει ότι το έργο «διαδραματίζεται το 1945, μέσα σε μια κοινωνία που προάγει τη βία, την εγκληματικότητα, την πορνεία»-γράφτηκε το 1985.
Με το παρόν και το παρελθόν να συνυπάρχουν, ως μνήμη και φλασμπάκ το δεύτερο, το έργο ξεκινά από μια βραδιά στο παρελθόν κατά την οποία στο μαγαζί της Τσούνγκα έχει ξεμείνει μια παρέα ανδρών, οι αυτοαποκαλούμενοι- ανίκητοι, που βωμολοχούν, πίνουν και παίζουν ζάρια. «Δεν θα μας πεις, Τσούνγκα, τι έγινε εκείνο το βράδυ με τη Μέτζε;». Αυτή η φράση που θα επαναληφθεί αρκετές φορές μέσα στο έργο δίνει ουσιαστικά το έναυσμα για να ξετυλίξει την ιστορία του ο Λιόσα.
«Εκείνο το βράδυ»διηγείται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη«κάποιος από την παρέα των ανδρών, ο Χοσεφίνο, έφερε μαζί του ένα πανέμορφο κορίτσι, τη Μέτζε. Η Τσούνγκα, αυτή η ανέραστη γυναίκα,έδειξε εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για τη Μέτζε προκαλώντας και το ενδιαφέρον της ανδρικής παρέας. Και όταν ο Χοσεφίνο έχασε πολλά λεφτά στα ζάρια, έδωσε τη Μέτζε για ένα βράδυ στην Τσούνγκα. Εκείνη την πήρε από το χέρι, την ανέβασε στο δωμάτιό της και έκτοτε δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς...».
Επιστρέφοντας στο παρόν, καθένας από αυτούς τους άνδρες δίνει επί σκηνής τη δική του ερμηνεία, εκδοχή, φαντασίωση στο περιστατικό- άλλος μιλάει για ρομάντζο και άλλος για έγκλημα. «Ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, στο παρόν, στη μνήμη και στη φαντασία, αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας τους»προσθέτει… (Μυρτώ Λοβέρδου, Το Βήμα, 3/12/2009)

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΓΚΕΪ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ;

Image Hosted by ImageShack.us
Ο John DeLuca και ο Rob Marshall
.
«Υπάρχουν σκηνοθέτες που χρειάζονται εντάσεις και προστριβές για να αποδώσουν, αλλά εγώ δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι», λέει ο Ρομπ Μάρσαλ, σκηνοθέτης του μιούζικαλ «Εννέα»- που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στις ελληνικές αίθουσες- και βραβευμένος με Όσκαρ για το επίσης μιούζικαλ «Σικάγο». «Για εμένα είναι σημαντικό να υπάρχει χαρά. Να δημιουργείται θετική ενέργεια».
Στην πορεία του- από ηθοποιός, τραγουδιστής, χορευτής και χορογράφος, μέχρι την τρέχουσα ιδιότητα του σκηνοθέτη- είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει και να μάθει πολλά. «Ήμουν τυχερός», λέει, «γιατί έχω ζήσει εκ των έσω τα πράγματα και έχω βγάλει τα συμπεράσματά μου. Ένα απ΄ αυτά είναι ότι οι επιτυχημένες ταινίες γίνονται από σκηνοθέτες που υπηρετούν τους ηθοποιούς - και όχι το αντίθετο».
Ιδιαίτερα στο «Εννέα», η καλή ατμόσφαιρα μεταξύ ηθοποιών και σκηνοθέτη ήταν προϋπόθεση, γιατί «αυτοί οι άνθρωποι δοκιμάζονταν σε πράγματα για πρώτη φορά», όπως ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις που χορεύει και τραγουδάει. (…)
Ο Ρομπ Μάρσαλ απορεί ακόμα με την προθυμία με την οποία έσπευσαν να τον πλησιάσουν οι ηθοποιοί και κυρίως οι γυναίκες. «Όλο το Χόλιγουντ παρήλασε», λέει. «Οι γυναίκες δε, ήρθαν όλες!».
Αλήθεια, γιατί οι γκέι αγαπούν τόσο πολύ τα μιούζικαλ; «Δεν ξέρω», απαντάει ο ίδιος. «Ωραία ερώτηση. Μάλλον θα έχει να κάνει με τη χαρά που βγάζει ένα μιούζικαλ... Για εμένα πάντως, που λατρεύω τον χορό, έπαιξε ρόλο κι αυτό».
Ο Μάρσαλ έχει μόνιμη σχέση, εδώ και 27 χρόνια, με τον χορογράφο συμπαραγωγό τού «Εννέα», Τζον Ντελούκα. Όταν ο δημοσιογράφος τον ρωτάει αν γοητεύθηκε από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, απαντάει: «Οh, no. Υπάρχει μόνο ένας άνδρας στη ζωή μου: ο Τζον!».(tanea.gr, 31/12/2009)
.

2.1.10

ΝΕΟ ΕΤΟΣ



ΝΕΟ ΕΤΟΣ

Ρίχνω πίσω μου σαν σάλι το έτος που ψυχορραγεί και το αφήνω
να πέσει. Ασυγκράτητα τα πυροτεχνήματα ξεσπούν πάνω στη νύχτα,
άνθη του πόθου, διάπυρα του έρωτα πυρά. Μέσα απ’ το κενό τριγύρω μου,
στέκω εδώ και σχηματίζω το σώμα σου το απόν επάνω στο δικό μου.
Το άγγιγμα σου δοτικό σαν το αέρα.

Απώτατη, εγγύτατη, η αγκάλη σου σκοτάδι, να με κρατά, κι εγώ να γέρνω
πίσω, στα χείλη να διαβάζω τα ουράνια που μιλούν μέσα από άστρα
φωτεινά, συλλαβικά. Επιτέλους, διακρίνω, προσεύχονται σ’ εμάς.
Μεσονύχτια η ανάσα σου, ζωντανή, στο δέρμα μου, διέσχισε μίλια
που σε χωρίζουν από μένα, λεωφόρους και πόλεις, μύρια
σπιτάκια φωταγωγημένα.

Αυτός ο έρωτας που έχουμε, θλίψη ανεστραμμένη, πλήρης αμηχανία, πλήρης αρμονία,
λάθος τόπος, λάθος χρόνος, των χεριών γλυκιά ασχολία, της καρδιάς
ειδικότης, απαστράφτει, το νέο ετος μέσα να οδηγήσει, τις μέρες και
νύχτες να σκορπίσει στου ουρανού του εξώτερου τη μαύρη θάλασσα.
Το στόμα σου χιόνι τώρα πάνω στα χείλη μου, δροσερό οικείο,
πρώτο φιλί και όρκος. Ο χρόνος έχει πέσει, κι όλο πέφτει μεσ’ απ’ το
απέραντο κενό, στη χρονική στιγμή μας να συμπέσει.

Κάρολ Ανν Ντάφυ: Σαγήνη (Ηριδανός, 2009)

1.1.10

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!


Αρχαιολογικό Μουσείο Δήλου

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2010!

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!