




Matthieu Charneau

Το άγαλμα συγκολλήθηκε για πρώτη φορά το 1901 από τον Έλληνα γλύπτη Π. Καλούδη. Μία δεύτερη ανεπιτυχής προσπάθεια έγινε το 1902 από τον Γάλλο γλύπτη Αl. Andre. Το τελικό αποτέλεσμα της ανασύστασής του οφείλεται σε ομάδα ειδικών, στην οποία συμμετείχαν οι γλύπτες Α. Παναγιωτάκης και συμβουλευτικά ο Ν. Περαντινός, ο αρχιτεχνίτης Ι. Μπάκουλης, ο ζωγράφος Α. Κοντόπουλος και ο χημικός Β. Ζήσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η εργασία, που διήρκεσε από το 1947 έως το 1953, ήταν υπό την εποπτεία και τη συνεχή καθοδήγηση του τότε διευθυντή του Μουσείου, Χρ. Καρούζου.
Η δεύτερη άποψη, που διατυπώθηκε αρχικά από τον Β. Στάη, ταυτίζει τον Έφηβο με τον Τρώα πρίγκηπα Πάρη, που κρατούσε στο προτεταμένο δεξί χέρι το μήλον της Έριδος και στο αριστερό το τόξο-σύμβολο του φόνου του Αχιλλέα. Η δεύτερη ερμηνεία συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την πολύπλευρη φύση του Πάρη, ως κριτή των θεαινών, εραστή της Ελένης και δολοφόνου του Αχιλλέα, και βρίσκει έρεισμα στην περιγραφή του Πλινίου (ΝΗ ΧΧΧIV 77) για ένα άγαλμα του Πάρη, που ήταν έργο του γλύπτη Ευφράνορα. Εντύπωση προκαλεί, ωστόσο, η απουσία βασικών προσδιοριστικών στοιχείων του ήρωα, όπως του δόρατος, της χλαμύδας και του φρυγικού πίλου.




Μπιμπερό με κόκα κόλα
H Mυρτώ - παλιά καραβάνα της οδού Φυλής, που ακόμα κρατάει τα πρωτεία της μαστοριάς του έρωτα - περνάει κρίση ταυτότητας, έχοντας χτυπηθεί από χιλιάδες ψείρες του εφηβαίου μέσα στις άγιες μέρες της Mεγάλης Bδομάδας, σε μια Aθήνα που νηστεύει και κολάζεται λίγο πριν από το κλείσιμο του εικοστού αιώνα. O Άγγελος κι ο Στέφανος - το πιο ερωτευμένο ζευγάρι της πόλης - αποφασίζουν να γιορτάσουν την τρίτη εξαίσια επέτειο του έρωτά τους στο πιο σουξεδιάρικο μπουρδέλο της Aττικής. Oι τρεις ψυχές θα συναντηθούν και λίγο πριν και λίγο μετά την Aνάσταση, θα μπλεχτούν σε μια ιστορία μοιραία, που τους αποκαλύπτει τρομερά μυστικά για το παρελθόν και την ταυτότητα της ύπαρξής τους. Tο νήμα της αγάπης κι η φλόγα του Πάσχα υφαίνουν το χάπυ εντ σ' ένα μπιμπερό που διαβάζεται μονορούφι.







In the medium's early days—particularly in France, where Victorian notions of propriety held less sway than in England and America, and where life drawing was a central part of artistic training—photographs proved to be a cheap and easy substitute for the live model. While serving painters and sculptors, many nineteenth-century photographic nudes were also intended as works of art in their own right. Still others bore the title "artist's study" merely to evade government censors and legitimize images that were, in fact, more likely intended to stir a gentleman's loins than to enhance his aesthetic endeavors. Outside the realms of art and erotica, photographic nudes were made to aid the study of anatomy, movement, forensics, and ethnography.